Βλαύνδος (Αρχαιότητα)

1. Θέση

Η θέση της Μλαύνδου/Βλαύνδου έχει εντοπιστεί απέναντι από το σημερινό χωριό Sülümenli, στην περιοχή Ulubey της επαρχίας Uşak. Η Βλαύνδος βρίσκεται περίπου 40 χλμ. νότια του Uşak και 200 χλμ. ανατολικά της σημερινής πόλης İzmir. Η αρχαία πόλη, ένας μεσαίου μεγέθους οικισμός, κείται σε μια άγονη περιοχή της λυδο-φρυγικής μεθορίου με υψόμετρο 680 μ., στην κορυφή ενός στενού, μαργαϊκού ασβεστολιθικού βράχου που ορίζεται στις τρεις πλευρές του από βαθιές κοιλάδες.

2. Ονομασία

Νομισματικές εκδόσεις της πόλης που χρονολογούνται στην Ελληνιστική περίοδο φέρουν την ονομασία Μλαύνδος και όχι Βλαύνδος.1 Η ισχυρή ελληνική επιρροή κατά τους χρόνους αυτούς είχε ως συνέπεια την μεταβολή του προφανώς προελληνικού τοπωνυμίου Μλαύνδος σε Βλαύνδος, φαινόμενο που ερμηνεύεται γλωσσολογικά.2 Το πρόσφυμα -νδ- είναι χαρακτηριστικό των αυτόχθονων ονομάτων της Μικράς Ασίας.3 Το τοπωνύμιο Μλαύνδος προήλθε πιθανόν από την χεττιτική ονομασία *mla-wa-ti,4 δεν αποκλείεται όμως και το ενδεχόμενο να έχει λουβιακή προέλευση.

3. Σημασία και χρονολόγηση

Μολονότι πολλές από τις μεγαλύτερες πόλεις της ενδοχώρας της Μικράς Ασίας, όπως οι Σάρδεις και η Ιεράπολις, έχουν ανασκαφεί συστηματικά, οι μικρότερες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητες. Η Βλαύνδος παρέχει στο μελετητή μια θαυμάσια ευκαιρία για την έρευνα τέτοιων μικρότερου μεγέθους οικισμών, λόγω της σχετικά καλής κατάστασης στην οποία σώζεται. Χάρη στις κατόψεις των μεμονωμένων κτηρίων, τη γενική διάταξη της πόλης και τα μικρότερα ευρήματα, οι αρχαιολόγοι μπορούν να διερευνήσουν την εξέλιξη της Βλαύνδου μέσα στο χρόνο. Η εικόνα που θα προκύψει θα μας δώσει χρήσιμες πληροφορίες για την καθημερινή ζωή των κατοίκων, τη δομή της κοινωνίας τους καθώς και στοιχεία για τις θρησκευτικές, οικονομικές και καλλιτεχνικές τάσεις, πτυχές κυριολεκτικά άγνωστες για την ύπαιθρο χώρα της Λυδίας και της Φρυγίας κατά την Αρχαιότητα. Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας, μείζονος σημασίας είναι οι δίγλωσσες επιγραφές της πόλης που μαρτυρούν την ισχυρή ρωμαϊκή παρουσία και επίδραση.5 Η Βλαύνδος κατοικήθηκε από την Ελληνιστική μέχρι τη Βυζαντινή περίοδο. Από το έτος 2000 τις ανασκαφικές έρευνες στη θέση της πόλης διεξάγει το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.

4. Ιστορία

4.1. Πρώιμοι χρόνοι

Η προελληνική –πιθανότατα χεττιτική– ονομασία της πόλης υποδεικνύει ότι η θέση αυτή κατοικήθηκε ήδη από τη 2η χιλιετία π.Χ., αλλά δεν έχουν εντοπιστεί ακόμη αρχαιολογικά ευρήματα από την πρώιμη αυτή περίοδο.6

4.2. Περσική και Ελληνιστική περίοδος

Οι μνείες των αρχαίων συγγραφέων στη Βλαύνδο είναι λιγοστές.7 Παραδίδεται ότι το 405 π.Χ. ο Φαρνάβαζος είχε υπό τον έλεγχό του μια πόλη καλούμενη Βλαύδα, και εγκατέστησε εκεί εξόριστους Μιλήσιους. Ίσως αυτή η πόλη να ταυτίζεται με τη Βλαύνδο, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι μελετητές.8 Ωστόσο, η υπόθεση αυτή προσκρούει στο γεγονός ότι η Βλαύνδος καλούνταν Μλαύνδος κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους αλλά και σε προγενέστερη περίοδο. Το α΄ μισό του 3ου αι. π.Χ. Μακεδόνες στρατιώτες στην υπηρεσία των Σελευκιδών βασιλέων εγκαταστάθηκαν στη Μλαύνδο, όπως τεκμηριώνεται από τα επιγράφια μεταγενέστερων νομισματικών εκδόσεων της πόλης.9 Δεδομένου ότι οι σελευκιδικές στρατιωτικές αποικίες ιδρύονταν στη θέση ή πλησίον προϋπαρχόντων οικισμών,10 αυτό συνέβη πιθανότατα και στην περίπτωση της Μλαύνδου.11 Μετά το 188 π.Χ. η Μλαύνδος περιήλθε στην κυριαρχία των βασιλέων του Περγάμου. Το 129 π.Χ., μετά την ίδρυση της ρωμαϊκής επαρχίας της Ασίας, η Μλαύνδος/Βλαύνδος άρχισε να κόβει δικό της νόμισμα.12 Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της Ελληνιστικής περιόδου δε σώζονται. Με εξαίρεση τα νομίσματα, μόνο θραύσματα κεραμικής πιστοποιούν την ύπαρξη ενός ελληνιστικού οικισμού στη θέση αυτή.

4.3. Ρωμαϊκοί αυτοκρατορικοί χρόνοι

Ύστερα από μια σύντομη διακοπή στο α΄ μισό του 1ου αι. μ.Χ., η Βλαύνδος άρχισε και πάλι να κόβει νόμισμα επί της ηγεμονίας του αυτοκράτορα Νέρωνα13 και συνέχισε μέχρι την εποχή των αυτοκρατόρων Γάλλου και Αιμιλιανού, δηλαδή ως τα μέσα του 3ου αι. μ.Χ. Η δημόσια ζωή της πόλης κατά τον 1ο αι. μ.Χ. αποτυπώνεται στην κεραμική και τις επιγραφικές μαρτυρίες. Η Βλαύνδος γνώρισε σημαντική ανάπτυξη την περίοδο των Φλαβίων. Πλήθος οικοδομικών προγραμμάτων (μεταξύ των οποίων δύο ναοί με αυλή και μια κεντρική οδική αρτηρία πλαισιωμένη από καταστήματα) χρονολογούνται στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ. Η άνθηση της πόλης συνεχίστηκε κατά το 2ο αι. μ.Χ., εποχή κατά την οποία κατασκευάστηκαν ένα θέατρο και ένα υδραγωγείο. Στις αυτόνομες κοπές της πόλης την εποχή των Φλαβίων οι κάτοικοί της περήφανα προβάλλουν τη μακεδονική προέλευσή τους με το επιγράφιο ΒΛΑ(Ο)ΥΝΔΕΩΝ ΜΑΚΕΔOΝΩΝ. Ανάλογες ιστορικές αναφορές γίνονται στην περίοδο των Αντωνίνων και των Σεβήρων.14

4.4. Ύστερη Αρχαιότητα

Τα τείχη που χτίστηκαν τον 4ο και 5ο αι. μ.Χ. διαίρεσαν τον αρχικό οικισμό και μαρτυρούν την οικονομική ευρωστία που πρέπει να είχε η πόλη για να χρηματοδοτήσει ένα τέτοιο οικοδομικό πρόγραμμα. Η πύλη του τείχους είναι το μεγαλύτερο οικοδόμημα της Βλαύνδου. Δεύτερο σε μέγεθος είναι το αποκαλούμενο από τους ανασκαφείς «Steinfachwerkgebaude» που χρονολογείται σε αυτή την εποχή και πήρε το όνομά του από τους τεράστιους ογκόλιθους της τοιχοποιΐας του, οι οποίοι είναι τοποθετημένοι σε εναλλασσόμενους οριζόντιους και κάθετους δόμους. Αναμφίβολα η Βλαύνδος διέθετε κάποια αξιόλογη πηγή πλούτου κατά την Ύστερη Αρχαιότητα.

4.5. Βυζαντινή περίοδος

Στις βυζαντινές πηγές η Βλαύνδος μνημονεύεται μέχρι το 12ο αι. μ.Χ.15 Ωστόσο, στο Μεσαίωνα η πόλη φαίνεται να εγκαταλείφθηκε οριστικά.

5. Οικονομία

Όπως συμβαίνει και σήμερα, τα περίχωρα της Βλαύνδου παρουσίαζαν στην Αρχαιότητα περιορισμένες δυνατότητες για την ανάπτυξη της γεωργίας. Οι κάτοικοι της πόλης ασχολούνταν με την εκτροφή αιγοπροβάτων και την καλλιέργεια δημητριακών, όπως του σίτου. Σύμφωνα με επιγραφική μαρτυρία η πρωτογενής αυτή παραγωγή ήταν οργανωμένη σε μεγάλα αγροκτήματα.16

6. Κοινωνία, θεσμοί και πολιτική οργάνωση

Η πολιτική οργάνωση της Βλαύνδου ήταν ανάλογη εκείνης άλλων μικρών πόλεων της Μικράς Ασίας. Υπήρχε βουλή, δηλαδή μια συνέλευση των πολιτών, και γνωρίζουμε για την ύπαρξη γερουσίας, δηλαδή συμβουλίου ηλικιωμένων πολιτών.17 Χαρακτηριστικό γνώρισμα της Βλαύνδου ήταν η μακραίωνη αφομοίωση των Ελλήνων αρχικά με τους αυτόχθονες και αργότερα με τους Ρωμαίους που εγκαταστάθηκαν εκεί. Στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ. οι Ρωμαίοι πρέπει να ασκούσαν αρκετή επιρροή, καθώς οι επιγραφές στους δύο ναούς της πόλης–όπως επίσης και στις πύλες που οδηγούσαν προς τις αυλές τους– ήταν γραμμένες τόσο στη λατινική όσο και στην ελληνική γλώσσα.18

7. Λατρείες

Στη ρωμαϊκή θεά Ceres, την ελληνική Δήμητρα,19 ήταν αφιερωμένος ο Ναός Ι, όπως συνάγεται από έναν ακρογωνιαίο λίθο της ζωφόρου του. Έτσι απορρίπτονται παλαιότερες απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες ο ναός ήταν αφιερωμένος στον αυτοκράτορα Κλαύδιο ή ήταν ιερό της Αθηνάς και της Ομόνοιας.20 Παρ’ όλα αυτά επιγραφική μαρτυρία μνημονεύει έναν ιερέα της Αθηνάς και της Ομόνοιας, τεκμηριώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ύπαρξη λατρείας προς τιμήν τους.21 Γνωρίζουμε επίσης ότι οι πολίτες της Βλαύνδου λάτρευαν τον Απόλλωνα Λαίρβηνο σε ένα ιερό που βρισκόταν εκτός των τειχών, στα νότια της πόλης και κοντά στην κοιλάδα του Μαιάνδρου.22

8. Μνημεία

Στην κύρια είσοδο της πόλης υπήρχε ένα μνημειακό πρόπυλο. Έξω από τα τείχη της υπάρχουν αρκετά νεκροταφεία με εκατοντάδες τάφους λαξευμένους στο μαλακό βράχο, ορισμένοι από τους οποίους φέρουν τοιχογραφίες με φυτικό και ζωικό διάκοσμο. Βρέθηκαν επίσης ένα υδραγωγείο, ένα θέατρο και δύο ναοί. Εντός των τειχών έχουν εντοπιστεί ένα στάδιο, ακόμα ένας ναός, τον οποίο περιέβαλλε αυλή, και τα θεμέλια αρκετών κατοικιών. Η οχυρωμένη περιοχή έχει εμβαδόν 470x360μ. Ένας από τους ναούς που βρίσκονται εκτός των τειχών χρονολογείται επί της υπατείας του αυτοκράτορα Βεσπασιανού και του γιου του Τίτου, δηλαδή την περίοδο 70-79 μ.Χ., όπως προκύπτει από μια επιγραφή στη ζωφόρο του. Την κατασκευή του χρηματοδότησαν πιθανότατα οι ίδιοι πολίτες που λίγα χρόνια αργότερα πρόσφεραν στην πόλη τα οικονομικά μέσα για την κατασκευή του ναού της Ceres στο κέντρο της Βλαύνδου.23 Την ίδια εποχή, στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ., χρονολογείται και η κεντρική οδική αρτηρία της πόλης που είχε κατεύθυνση από ανατολή προς δύση.24 Επομένως η σωζόμενη οχύρωση (συμπεριλαμβανομένου του μνημειακού προπύλου),25 όπως επίσης και το λεγόμενο «Steinfachwerkgebaude» (το οποίο ανάγεται το νωρίτερο στον 1ο αι. μ.Χ.), δίνουν μια εικόνα της πόλης όπως ήταν κατά την Ύστερη Αρχαιότητα.26

(μετ. Αθ. Σοφού)



1. Imhoof-Blumer, F., Lydische Stadtmünzen (Genf - Leipzig 1897), σελ. 4 κ.ε., αρ. 1-4, πίν. 3, 3-5· BMCRE Lydia, σελ. 42 κ.ε., αρ. 1-29, πίν. 5, 1-4· SNG Kopenhagen (1947), αρ. 59-73, πίν. 2· SNG von Aulock (1963), αρ. 2919, 8221.

2. Ramsey, W.M., “The Graeco-Roman Civilisation in Pisidia”, JHS 4 (1883), σελ. 38· Ramsey, W.M., Historical Geography of Asia Minor (London 1890), σελ. 127· Drew-Bear, T., Nouvelle Inscriptions de Phrygie (Zutphen 1978), σελ. 57· Zgusta, L., Kleinasiatische Ortsnamen (Heidelberg 1984), σελ. 388, 818-821.

3. Kretschmer, P., Einführung in die Geschichte der griechischen Sprache (Göttingen 1896), σελ. 305-309.

4. Sundwall, J., Die einheimischen Namen der Lykier nebst einem Verzeichnisse kleinasiatischer Namenstämme (Klio Beih. 11, Leipzig 1913), σελ. 149.

5. Πολλές επιγραφές που συγκεντρώθηκαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα έχουν εκδοθεί από τον Buresch, K., Aus Lydien: Epigraphisch-geographische Reisefrüchte (Leipzig 1898), σελ. 119-122, 144-203· Keil, J. – Premerstein, A.v., II. Bericht über eine zweite Reise in Lydien (Wien 1911), σελ. 144-150· Cagnat, R., IGRR IV (Paris 1927), αρ. 714-720. Buckler, W.H. – Calder, W.M. – Guthrie, W.K.C., MAMA IV: Monuments and Documents from Eastern Asia and Western Galatia (Manchester 1933), σελ. 96-100, 104-118.

6. Sundwall, J., Die einheimischen Namen der Lykier nebst einem Verzeichnisse kleinasiatischer Namenstämme (Klio Beih. 11, Leipzig 1913), σελ. 149.

7. Πτολ. 5.2.25· Στέφ. Βυζ. βλ. λ. «Βλαύδος»· Στράβ. 13.567.

8. Διόδ. Σ. XIII.4.6· Debord, P., La mise en place et l’organisation des satrapies perses en Asie Mineure occidentale (Vie - debut IV s.), Cahiers du Centre G. Radet 4 (1984), σελ. 4· Debord, P., L’Asie Mineure au IVème siècle (412-323 a.c.). Pouvoirs et jeux politiques (Paris 1999), σελ. 95. Βλ. Επίσης Sancisi-Weerdenburg, H. –  Kuhrt, A. (επιμ.), Achaemenid History VI, Asia Minor and Egypt. Old Cultures in a New Empire, Proceedings of the Groningen 1988 Achaemenid History Workshop (Leiden 1991).

9. Επιγράφια νομισμάτων που μαρτυρούν μακεδονική επιρροή: Imhoof-Blumer, F., Lydische Stadtmünzen (Genf - Leipzig 1897), σελ. 51, αρ. 7-10, πίν. 3, 8-9· BMCRE Lydia. σελ. 47-57. αρ. 45-48, 55-58, 61, 62, 69-72, 74, 75, 79-81, 84-86, 88-90, 92, 93, πίν. 5, 6, 9-11· 6, 2, 4· SNG Kopenhagen, αρ. 82, 88, 89, 94, 97-100, πίν. 3· SNG von Aulock, αρ. 2922, 2924, 2926-2932, 8222.

10. Jones, A.H.M., The Cities of the Eastern Roman Provinces (Amsterdam 1983), σελ. 44 κ.ε. Cohen, G.M., The Seleucid Colonies (Wiesbaden 1978), σελ. 3. Cohen, G.M., The Hellenistic Settlements in Europe, the Islands, and Asia Minor (Berkeley – Los Angeles – Oxford 1995), σελ. 290-292.

11. Zgusta, L., Kleinasiatische Ortsnamen (Heidelberg 1984), σελ. 388, 818-1.

12. Rider, G. le, “Un groupe de cistophores de l'époque attalide”, BCH 114 (1990), σελ. 697.

13. Burnett, A. – Amandry, M. – Ripolles, P.P., Roman Provincial Coinage I: From the Death of Caesar to the Death of Vitellis 1 (London – Paris 1998), σελ. 496.

14. Imhoof-Blumer, F., Lydische Stadtmünzen (Genf - Leipzig 1897), σελ. 51, αρ. 7-10, πίν. 3, 8-9· BMCRE Lydia σελ. 47-57, αρ. 45-48, 55-58, 61, 62, 69-72, 74, 75, 79-81, 84-86, 88-90, 92, 93, πίν. 5, 6, 9-11· SNG Kopenhagen αρ. 82, 88, 89, 94, 97-100, πίν. 3· SNG von Aulock αρ. 2922, 2924, 2926-2932, 8222. Βάση αγάλματος του Γ. Ασίνιου Ιουλιανού με εθνικό: CIG 3866. Cagnat, R., IGRRP IV (Paris 1927), αρ. 717.

15. Darrouzès, J., Notitiae episcopatuum ecclesiae Constantinopolitanae: Text critique, introduction et notes (Paris 1981), σελ. 65, 105, 139, 453 βλ. λ. «Βλάνδος / Βάλανδος».

16. Keil, J. – Premerstein, A.v., Bericht über eine zweite Reise in Lydien (Wien 1911), σελ. 147, αρ. 270.

17. Keil, J., - Premerstein, A.v., Bericht über eine zweite Reise in Lydien (Wien 1911), σελ. 147, αρ. 270.

18. Kearsley, R.A., Greeks and Romans in Imperial Asia (IK 59, Bonn 2001), σελ. 142 κε., αρ. 168· Filges, A., Blaundos”, 18. Araştırma Sonucları Toplantısı 2000 (Ankara 2001), σελ. 233.

19. Filges, A., Blaundos”, 18. Araştırma Sonucları Toplantısı 2000 (Ankara 2001), σελ. 233, εικ. 6.

20. Ναός του Κλαύδιου: Arundell, F.V.J., Discoveries in Asia Minor I (London 1834), σελ. 83· Price, S.R.F., Rituals and Power. The Roman Imperial Cult in Asia Minor (Cambridge - London - New York 1984), σελ. 259. Ναός Αθηνάς Ομόνοιας: Akbüyükoğlu, K., “1995 Yılı Blaundos (Sülümenli) Kazâsı”, VII. Muze Kurtarma Kazıları Semineri 1996 (Ankara 1997), σελ. 31.

21. Akbüyükoğlu, K., “1995 Yılı Blaundos (Sülümenli) Kazâsı”, VII. Muze Kurtarma Kazıları Semineri 1996 (Ankara 1997), σελ. 31, εικ. 18· SEG 46 (1996), σελ. 426, αρ. 1491.

22. Buckler, W.H. – Calder, W.M. - Guthrie, W.K.C., MAMA IV: Monuments and Documents from Eastern Asia and Western Galatia (Manchester 1933), σελ. xiv f. 98, εικ. 22, αρ. 281, 315· Robert, L., Villes d’Asie Mineure: Études de géographie ancienne 2 (Paris 1962), σελ. 127-137· Mitchell, St., Anatolia: Land, Men, and Gods in Asia Minor I (Oxford 1993), σελ. 187-193.

23. Για το ναό, βλ. Akbüyükoğlu, K., “1995 Yılı Blaundos (Sülümenli) Kazâsı”, VII. Muze Kurtarma Kazıları Semineri 1996 (Ankara 1997), σελ. 30, εικ. 11-17.

24. Keil, J. – Premerstein, A.v., II. Bericht über eine zweite Reise in Lydien (Wien 1911), σελ. 145, εικ. 90.

25. Keil, J. – Premerstein, A.v., II. Bericht über eine zweite Reise in Lydien (Wien 1911), σελ. 145, εικ. 88.

26. Bernardi Ferrero, D. de, “L’architettura monumentale della porta d’onore e della cosidetta via colonnata a Hierapolis di Frigia”, ASAtene 41-42 (1963-1964), σελ. 404, εικ. 25. Bernardi Ferrero, D., de, “Architettura di eta flavia a Hierapolis di Frigia”, Anadolu 23 (1984-1997), σελ. 240, εικ. 6.