Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Απελλής

Συγγραφή : Τσονάκα Κωνσταντίνα (30/7/2002)

Για παραπομπή: Τσονάκα Κωνσταντίνα, «Απελλής», 2002,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=3678>

Απελλής (19/2/2008 v.1) Apelles (2/10/2008 v.1) 
 

1. Βιογραφικά στοιχεία

Ο Απελλής ήταν γιος του Πυθέως. Ο Πλίνιος αναφέρει ως περίοδο ακμής του την 112η Ολυμπιάδα (332-329 π.Χ.).1 Οι πηγές αναφέρουν ως τόπο καταγωγής του άλλοτε την Κω και άλλοτε την Έφεσο, όπου μαθήτευσε δίπλα στον Έφορο τον Εφέσιο.2 Όταν ήρθε στη Σικυώνα, μαθήτευσε κοντά στον Πάμφιλο τον Αμφιπολίτη, ο οποίος ίδρυσε στο α' μισό του 4ου αι. π.Χ. την περίφημη ζωγραφική σχολή της Σικυώνας. Από εκεί πήγε στη Μακεδονία, όπου γνωρίστηκε με το Μέγα Αλέξανδρο, τον οποίο ακολούθησε στην Ασία. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι ο Απελλής είχε το αποκλειστικό προνόμιο της ζωγραφικής απεικόνισης του Μακεδόνα βασιλιά, όπως αντίστοιχα ο Λύσιππος στη γλυπτική.3 Ακόμα και αν αυτό δεν είναι αλήθεια, σίγουρα έκανε πολλά πορτρέτα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Φιλίππου, ενώ σε όψιμη φάση εργάστηκε στην αυλή του Πτολεμαίου Α'.4 Γεγονός είναι ότι ο Απελλής έμεινε αρκετό διάστημα στη μακεδονική αυλή, όπου ανέπτυξε μια σχέση οικειότητας με τον Αλέξανδρο.5

2. Τεχνοτροπία και έργα του Απελλή

Στα συγγράμματά του, τα οποία χάρισε στο μαθητή του Περσέα, εξέθετε προσωπικούς κανόνες για την τέχνη του, καθώς και εκτιμήσεις για σύγχρονους ή παλιότερους συναδέλφους του.6 Ο Απελλής διαπνεόταν από σεμνότητα και αισθήματα ευγενούς άμιλλας. Το τελευταίο φαίνεται από το περιστατικό με τον Πρωτογένη, από την Καύνο, τον οποίο βοήθησε στην αρχή της σταδιοδρομίας του.7 Επιπλέον, παραδεχόταν ότι υστερούσε έναντι του Μελανθίου στη διάταξη, στη σύνθεση δηλαδή των προσώπων σε έναν πίνακα, και έναντι του Ασκληπιόδωρου στα μέτρα.8

Ο Πλίνιος αναφερόμενος στα έργα του Απελλή τονίζει ότι έγιναν με τέσσερα χρώματα, το λευκό της μηλίας γης, το κίτρινο της αττικής ώχρας, το κόκκινο της Σινώπης και το atramentum, τo μαύρo, το οποίο ο Απελλής έφτιαχνε καίγοντας ελεφαντόδοντο, το λεγόμενο ελεφάντινον.9 Το σκούρο βερνίκι με το οποίο περνούσε τα έργα του έδινε στα ανθηρά χρώματα μια αυστηρότητα. Φαίνεται ότι τα ανθηρά χρώματα ήταν έντονα φωτεινά και λαμπερά, σε αντίθεση με τα αυστηρά, που ήταν βαθύτερα και πιο σκούρα .10 Άλλο ένα ιδιαίτερο γνώρισμα της τέχνης του ήταν η ιδιοφυΐα και η έμφυτη χάρις (ingenium et gratia).11

Ο Απελλής φιλοτέχνησε την πιο γνωστή εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στον τύπο του Δία Κεραυνοφόρου, η οποία είχε τοποθετηθεί στο ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο.12 Ο Πλίνιος λέει ότι τα δάχτυλα φαίνονταν να προεξέχουν και ο κεραυνός να βγαίνει από τον πίνακα. Ο Αλέξανδρος απεικονιζόταν πιθανόν καθιστός και το αρχέτυπο πρέπει να ανάγεται στη φειδιακή πλαστική εικόνα του Δία στην Ολυμπία. Μια τοιχογραφία του 1ου αι. μ.Χ. από την οικία των Vettii στην Πομπηία ίσως απηχεί τον πίνακα του Απελλή.13 Δύο άλλους πίνακες, τον ένα με τους Διόσκουρους, τη Νίκη και το Μέγα Αλέξανδρο και τον άλλο με τον Πόλεμο δεμένο πισθάγκωνα και το Μέγα Αλέξανδρο σε θριαμβικό άρμα, τους αφιέρωσε ο Αύγουστος στο forum του Αυγούστου στη Ρώμη.14 Αργότερα ο Κλαύδιος αφαίρεσε το πρόσωπο του Αλεξάνδρου και από τους δύο πίνακες και το αντικατέστησε με εκείνο του Αυγούστου.15 Είναι πιθανόν ο ζωγράφος να εμπνεύστηκε τη σύνθεσή του από ένα παλιότερο έργο του Μελανθίου, στο οποίο είχε εργαστεί ως βοηθός και το οποίο απεικόνιζε τον Αρίστρατο της Σικυώνας πλάι σε νικηφόρο άρμα.16Έχει επίσης διατυπωθεί η άποψη ότι κάποιες εσοχές που έχουν βρεθεί σε τοίχο του forum κοσμούνταν με έργα του Απελλή.17

Το πιο φημισμένο έργο του ήταν η «Αναδυομένη Αφροδίτη» για το ναό του Ασκληπιού στην Κω.18 Ο Αύγουστος αφιέρωσε τον πίνακα στο ιερό του Καίσαρα.19 Η τέχνη του έργου αυτού ήταν τόσο μοναδική, ώστε, όταν καταστράφηκε το κάτω μέρος του, δεν μπορούσε κανείς να το αποκαταστήσει. Ο Νέρωνας τον αντικατέστησε στο Καισαρείο με έναν άλλο πίνακα του Δωροθέου. Ο Σουητώνιος αναφέρει ότι ο Βεσπασιανός αντάμειψε πλούσια κάποιον που επιδιόρθωσε την Αφροδίτη από την Κω.20 Ο Απελλής άρχισε να ζωγραφίζει και μια δεύτερη Αφροδίτη, την οποία άφησε ανολοκλήρωτη εξαιτίας του θανάτου του.21 Σύμφωνα με την περιγραφή του Πλινίου, η θεά απεικονιζόταν γυμνή να βγαίνει από τη θάλασσα στύβοντας τα μαλλιά της. Πηγή έμπνευσης για το ζωγράφο υπήρξε η Φρύνη ή η Παγκάσπη,22 η οποία στη διάρκεια των Ελευσίνιων μυστηρίων είχε βγει από τη θάλασσα με ανάλογο τρόπο.23

Ο Πλίνιος αναφέρει μια περιπέτεια του Απελλή στην αυλή του Πτολεμαίου, όπου έπεσε θύμα συκοφαντίας από έναν άλλο ζωγράφο, τον Αντίφιλο. Το περιστατικό στάθηκε αφορμή να συνθέσει ο ζωγράφος την περίφημη «Διαβολή», έναν αλληγορικό πίνακα που τον περιγράφει ο Λουκιανός.24 Στο κείμενο αναφέρονται μόνο ονόματα, όλα προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών: Διαβολή, Άγνοια, Υπόληψη, Φθόνος, Επιβουλή, Απάτη, Μετάνοια, Αλήθεια. Η περιγραφή του Λουκιανού ενέπνευσε πολλούς ζωγράφους της Αναγέννησης, όπως τους Μποτιτσέλι, Μαντένια και Ντίρερ.25

Σύμφωνα με τον Πλίνιο, η ζωγραφική με τον Απελλή έφθασε στο απόγειο της καλλιτεχνικής της έκφρασης.26 Στο έργο του συνδύασε την ιωνική λεπτότητα και χάρη με την αυστηρότητα και την επιστημονική ακρίβεια της σχολής της Σικυώνας.27

1. Plin., ΗN 35.79.

2. Την Έφεσο αναφέρουν το λεξικό Σούδα (βλ. λ. «Απελλής»), ο Στράβων (ΧΙV.642), ο Λουκιανός (Μη Πιστ. Δ. 2) και ο Τζέτζης (VIII.392), ενώ την Κω μόνο ο Πλίνιος (ΦΙ 35.79). Ίσως η αναφορά στην Κω να προέρχεται από τη φήμη των έργων του στο συγκεκριμένο νησί.

3. Plin., ΗN 35.85. Σίγουρα και άλλοι καλλιτέχνες, όπως ο Πρωτογένης και ο Αετίων, θα είχαν δεχτεί παραγγελίες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Νικίας, ο Φιλόξενος και ο Αριστείδης τον ζωγράφισαν, αν όχι όσο ζούσε, σίγουρα αμέσως μετά το θάνατό του. Βλ. Πλίνιος ο πρεσβύτερος, Περί της αρχαίας Ελληνικής Ζωγραφικής, 35ο βιβλίο της «Φυσικής Ιστορίας», μτφρ. Λεβίδης, Α. – Ρούσσος, Τ. (Αθήνα 1994), σελ. 350.

4. O  Bieber,  Η.M., Alexander the Great in Greek and Roman Art (Chicago 1964), σελ. 49 υποστηρίζει ότι ο Απελλής εργάστηκε για τον Αλέξανδρο σε μια ύστερη φάση της σταδιοδρομίας του, όταν η ιδέα της θεϊκής του ιδιοσυγκρασίας αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη πολιτική σημασία.

5. Plin., ΗN 7.125· Πλούτ., Αλέξ. 4 και Περί της Αλεξάνδρου Τύχης ή Αρετής 2.2.3· Overbeck, J.A., Die antiken Schriftquellen zur Geschichte der bildenden Künste bei den Griechen (Leipzig 1868 – Hildesheim 1959), αρ. 1446, 1876-1877. Την προσωπική σχέση που είχε αναπτύξει ο ζωγράφος με το Μέγα Αλέξανδρο μαρτυρεί πλήθος από ανέκδοτα, βλ. Plin., ΗN 35.85-86.

6. Plin., HN 35.111.

7. Plin., ΗN 35.87-88.

8. Plin., HN 35.80.

9. Plin., 35.92, 35.42. Το atramentum ήταν τεχνητό χρώμα που το έφτιαχναν είτε από την αιθάλη που βγαίνει κατά το κάψιμο του ρετσινιού ή της πίσσας είτε από ξύλο πεύκου.

10. Lepik-Kopacźynska, W., "Colores floridi und austeri in der antiken Malerei", Jdl 73 (1958), σελ. 79 κ.ε. και Apelles. Der berühmteste Maler der Antike (Berlin 1962), σελ. 24 κ.ε. Βλ. Scheibler, I., "Die ‘vier Farben’ der griechischen Malerei", AntK 17 (1974), σελ. 95, σημ. 18.

11. Plin., ΗN 35.79-80· Πλούτ., Δημήτρ. 22· Quint., Inst. 12.10.6.

12. Plin., ΗN 35.92· Πλούτ., Περί της Αλεξάνδρου Τύχης ή Αρετής 2.2.

13. Mingazzini, P., "Una Copia dell'Alexandros Kaeraunophoros di Apelle," Jahrbuch der Berliner Museen 3 (1961), σελ. 7-17, εικ. 1.

14. Plin., ΗN 35.27.

15. Plin., 35.94.

16. Πλούτ., Άρατ. ΧΙΙΙ.2.3.

17. Scheibler, Ι., Griechische Malerei der Antike (1994), σελ. 28-29, εικ. 5.

18. Μια σειρά από επιγράμματα της Anthologiae Graecae περιγράφουν το έργο. Bλ. σχετικά Overbeck, J.A., Die antiken Schriftquellen zur Geschichte der bildenden Kunste bei den Griechen (Leipzig 1868 – Hildesheim 1959), αρ. 1849-1864.

19. Plin., ΗN 35.91· Στράβ. ΧIV.657· Overbeck, J.A., Die antiken Schriftquellen zur Geschichte der bildenden Kunste bei den Griechen (Leipzig 1868 – Hildesheim 1959), αρ. 1847-1848.

20. Σουητ., Βεσπασιανός 18.

21. Plin., ΗN 35.92· Cic., Fam. I.9.15 και Off. III.2.10· Overbeck, J.A., Die antiken Schriftquellen zur Geschichte der bildenden Künste bei den Griechen (Leipzig 1868 – Hildesheim 1959), αρ. 1864-1866. Ο τύπος της αναδυομένης Αφροδίτης, ίσως από επίδραση του πίνακα του Απελλή, έχει εντοπιστεί σε ένα άγαλμα στο Βατικανό και σε ένα κορμό αγάλματος που βρίσκεται στο Λούβρο, βλ. Swindler, M.H., Ancient Painting (1929), σελ. 270, σημ. 13. Οι περιγραφές του έργου πρέπει να αποτέλεσαν αφετηρία για κάποιους ζωγράφους της Αναγέννησης που ζωγράφισαν το ίδιο θέμα, π.χ. ο Τιτσιάνο και ο Μποτιτσέλι.

22. Απαντάται επίσης ως Παγκάστη ή Πακάτη: Σταματάκος, Ι., Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης (Αθήνα 1994), βλ. λ. «Πακάτη», σελ. 1197.

23. Τη Φρύνη αναφέρει ο Αθήναιος (ΧΙΙΙ.590 κ.ε.), ενώ την Παγκάσπη, την αγαπημένη παλλακίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Πλίνιος (ΦΙ 35.86).

24. Plin., HN 35.89· Λουκ., Μη Πιστ. Δ. 2-5· Overbeck, J.A., Die antiken Schriftquellen zur Geschichte der bildenden Künste bei den Griechen (Leipzig 1868 – Hildesheim 1959), αρ. 1874.

25. Swindler, M.H., Ancient Painting (1929), σελ. 271, εικ. 443· Robertson, M., A History of Greek Art (Cambridge 1975), σελ. 494, σημ. 126· Scheibler, I., Griechische Malerei der Antike (München 1994), σελ. 43-45, εικ. 9, 10.

26. Plin., HN 35.79.

27. Swindler, M.H., Ancient Painting (1929), σελ. 270.

     
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>