Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Κυδωνιών Μητρόπολις

Συγγραφή : Μουστάκας Κωνσταντίνος (8/5/2002)

Για παραπομπή: Μουστάκας Κωνσταντίνος, «Κυδωνιών Μητρόπολις», 2002,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=4967>

Κυδωνιών Μητρόπολις (4/4/2008 v.1) Diocese of Cydoniae (19/10/2009 v.1) 
 

1. Εκκλησιαστική διοίκηση πριν από την ανακήρυξη της μητρόπολης

Έως την ανάδειξη των Κυδωνιών (Αϊβαλιού) σε έδρα ιδίας μητροπόλεως (1908), η πόλη, όπως και το σύνολο του γεωγραφικού χώρου της Αιολίδας, υπαγόταν στην ιδιαίτερα εκτεταμένη μητρόπολη Εφέσου. Η εκκλησιαστική υπαγωγή του Αϊβαλιού στον μητροπολίτη Εφέσου ανάγεται στις απαρχές της πόλης και διαρκεί έως το 1908. Η ραγδαία ανάπτυξη της πόλης από το β' μισό του 18ου αιώνα σε δημογραφικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο συνεπάγεται την ανάπτυξή της και ως προς τα κοινοτικά και εκκλησιαστικά πράγματα. Χαρακτηριστική είναι η αύξηση του αριθμού των ναών, που ακολουθεί αυτήν του πληθυσμού και την οικιστική επέκταση της πόλης: στους τρεις παλαιότερους ναούς, των Ταξιαρχών στην Άνω Συνοικία, του Αγίου Ιωάννη στην Αγορά και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Μέση Συνοικία, προστίθενται η Ζωοδόχος Πηγή (Κάτω Παναγιά) γύρω στο 1780 και ο Άγιος Γεώργιος πριν από το τέλος του 18ου αιώνα. Η συνεχής αυτή εξέλιξη καταλήγει στους έντεκα ενοριακούς ναούς με τους δεκαοκτώ ιερείς, στα τρία μοναστήρια και στα πολλά ξωκλήσια των αρχών του 20ού αιώνα.1

Το μέγεθος του πληθυσμού της πόλης, ο αμιγώς ελληνορθόδοξος χαρακτήρας της και η οικονομική, πολιτιστική και εκκλησιαστική ανάπτυξή της είχαν ως φυσικό αποτέλεσμα να μην παραμείνει μία από τις πολλές κοινότητες υπό τον μητροπολίτη Εφέσου αλλά να αναβαθμιστεί ο ρόλος της. Λόγω της μεγάλης της έκτασης η μητρόπολη Εφέσου διαιρούνταν σε τρία διαμερίσματα: Μαγνησίας, Κορδελιού και Κυδωνιών. Καθεμία από τις τρεις αυτές πόλεις αποτελούσε μητροπολιτική έδρα και φιλοξενούσε ενίοτε τον ίδιο τον μητροπολίτη Εφέσου, ειδάλλως η εκκλησιαστική τους διοίκηση ασκούνταν από επίτροπό του, ο οποίος άτυπα αποκαλούνταν «επίσκοπος». Το μητροπολιτικό διαμέρισμα Κυδωνιών περιλάμβανε το σύνολο της γεωγραφικής Αιολίδας, δηλαδή τους υστεροθωμανικούς καζάδες Αϊβαλιού, Αδραμυττίου, Κεμέρ και Περγάμου, με 72.530 ορθόδοξους κατοίκους, 38 ενοριακούς ναούς και 54 ιερείς, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν το 1905 στο περιοδικό Ξενοφάνης του συλλόγου Μικρασιατών της Αθήνας «Ανατολή».2

2. Ίδρυση της μητρόπολης

Tο αίτημα για εκκλησιαστική αναβάθμιση των διάφορων αστικών κέντρων στα δυτικά παράλια και για δημιουργία νέων μητροπόλεων, που υλοποιείται από τα τέλη του 19ου αιώνα και εξής, βασίζεται και στη συνεχή αύξηση του ελληνορθόδοξου πληθυσμού, αλλά κυρίως στη θεσμοθέτηση του ρόλου της εκκλησίας στην επαρχιακή διοίκηση. Καθώς με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ ο ανώτερος εκκλησιαστικός αξιωματούχος μιας πόλης και της περιφέρειάς της μετέχει στο διοικητικό συμβούλιό της (μετζλίς), το ενδεχόμενο ο αξιωματούχος αυτός να είναι μητροπολίτης αναβαθμίζει την εκπροσώπηση του ελληνορθόδοξου στοιχείου στη διοίκηση, που αποτελεί στο εξής σταθερό αίτημα των εύπορων μεσαίων στρωμάτων.3

Έτσι, και στα τρία μητροπολιτικά διαμερίσματα της επαρχίας Εφέσου, στις διοικητικές επιτροπές των εδρών αυτών μετέχει ενίοτε ο ίδιος ο μητροπολίτης και σε σταθερή βάση, ως αναπληρωτής του, ο επίτροπος. Στην περίπτωση του Αϊβαλιού είναι φυσικό η ευμάρεια της πόλης και ο αμιγώς ελληνικορθόδοξος χαρακτήρας της να έχουν δημιουργήσει ισχυρή τοπικιστική αντίληψη. Φαίνεται ότι οι Αϊβαλιώτες δεν αρκούνταν στο να αποτελεί η πόλη τους μία από τις έδρες του μητροπολίτη Εφέσου και στην παροδική μόνο αντιπροσώπευσή τους από αυτόν στη διοίκηση. Επιθυμούσαν δικό τους μητροπολίτη, που θα τους αντιπροσώπευε μόνιμα στις οθωμανικές αρχές, κάτι που εκδηλώθηκε τελικά με έντονο τρόπο και ανοιχτή ρήξη, με τα γεγονότα που έγιναν γνωστά ως «εφεσιακό» ή «μητροπολιτικό ζήτημα».

Η ρήξη επήλθε το 1904 με αφορμή την απαίτηση των οθωμανικών αρχών για καταβολή ενός υψηλού ποσού από την κοινότητα Κυδωνιών στο πλαίσιο του στρατιωτικού φόρου, απαίτηση που εκφράστηκε με σκληρή στάση των αρχών και φυλάκιση δημογερόντων. Με αφορμή το γεγονός αυτό, οι Αϊβαλιώτες, ήδη δυσαρεστημένοι από την πολιτεία των μητροπολιτικών επιτρόπων, στράφηκαν κατά του μητροπολίτη Εφέσου Ιωακείμ Ευθυβούλη, επειδή θεώρησαν ότι δεν τους υποστήριξε όσο έπρεπε. Επιπλέον, ο μητροπολίτης πήρε τότε την ατυχή απόφαση να μεταφέρει την έδρα του διαμερίσματος από το Αϊβαλί στην Πέργαμο. Η κρίση κράτησε από το 1905 έως το 1908, περίοδο κατά την οποία οι Αϊβαλιώτες διέκοψαν κάθε σχέση με τη μητρόπολη Εφέσου, διοικούνταν εκκλησιαστικά από πατριαρχικό επίτροπο και διατύπωναν συνεχώς προς το Πατριαρχείο το αίτημα για αναγόρευση της πόλης τους σε έδρα ιδίας μητροπόλεως.4

Τελικά, διαπιστώνοντας την αδυναμία συμφιλίωσης των κατοίκων του Αϊβαλιού με τον μητροπολίτη Εφέσου, η Ιερά Σύνοδος συγκατένευσε το 1908 και στις 22 Απριλίου του ίδιου έτους ιδρύθηκε η νέα μητρόπολη Κυδωνιών. Η πόλη υποδέχτηκε τον πρώτο –και μοναδικό, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα– αρχιερέα της, τον διακεκριμένο πρώην Στρωμνίτσης Γρηγόριο Ωρολογά, στις 8 Σεπτεμβρίου.5 Έκτοτε, η εκκλησιαστική ιστορία της ουσιαστικά ταυτίζεται με την περίοδο κατοχής του αξιώματος του μητροπολίτη από τον συγκεκριμένο αρχιερέα, που προσπαθεί να σώσει και να ανακουφίσει το ποίμνιό του σε περιόδους σκληρών διωγμών, με αποκορύφωμα τον τελικό διωγμό του 1922, του οποίου υπήρξε και ο ίδιος θύμα.6

3. Χώρος αρμοδιότητας

Ουσιαστικά πρόκειται για αστική μητρόπολη, που περιλάμβανε την πόλη του Αϊβαλιού και ελάχιστους οικισμούς εκτός αυτής, αφού με την ίδρυσή της η Ιερά Σύνοδος θέλησε να συμβιβάσει τις αντικρουόμενες επιδιώξεις των κατοίκων του Αϊβαλιού αφενός και του μητροπολίτη Εφέσου αφετέρου και έτσι δεν μπορούσε να στερήσει από τον τελευταίο εκτεταμένο χώρο αρμοδιότητας. Παρά τη μικρή γεωγραφική της έκταση, η μητρόπολη Κυδωνιών δεν είχε πρόβλημα οικονομικών μέσων, αφού η πολυπληθής και ανθούσα οικονομικά κοινότητα της πόλης και μόνο αρκούσε για να την υποστηρίξει. Εκτός από την πόλη η μητρόπολη περιλάμβανε το πολύ κοντινό, και στενά συνδεδεμένο ιστορικά με τις Κυδωνίες, Γενιτσαροχώρι, το Αγιασμάτι και τους έξι οικισμούς της περιοχής Αρμούτ-οβά, που επί ελληνικής διοίκησης (1919-1922) αποτέλεσαν το δήμο Κισθήνης.7

Ο συνολικός ελληνορθόδοξος πληθυσμός φέρεται να είναι 39.600 κατά σύμφωνα με τα στοιχεία του Ξενοφάνη το 1905 (με 15 ενοριακούς ναούς και 23 ιερείς), εκ των οποίων 35.000 μόνο στην πόλη, ή 42.110 κατά τον Γ. Σακκάρη (που μάλλον αναφέρεται στα προ των διωγμών δεδομένα).8 Η πληροφορία της Αναγνωστοπούλου, η οποία στο γεωγραφικό χώρο της μητρόπολης Κυδωνιών περιλαμβάνει και το Αδραμύττι με την περιφέρειά του,9 είναι μάλλον ανακριβής, αφού δεν επιβεβαιώνεται από καμία μαρτυρία, ενώ ο Σακκάρης, που είναι σύγχρονος των γεγονότων, δεν κάνει λόγο για επέκταση της αρμοδιότητας της μητρόπολης πέραν των προαναφερθέντων οικισμών.

1. Σακκάρης, Γ., Ιστορία των Κυδωνιών (Αθήναι 1920), σελ. 24-25, 34, 245-247· Καραμπλιάς, Ι., Ιστορία των Κυδωνιών. Από της Ιδρύσεώς των μέχρι της αποκαταστάσεως των προσφύγων εις το ελεύθερον ελληνικόν κράτος, τόμ. 1 (Αθήναι 1949), σελ. 47-49, 114· Ανώνυμος, «Στατιστική της Επαρχίας Εφέσου (έδρα Κυδωνιών)», Ξενοφάνης 2 (1905), σελ. 474-477.

2. Από πλευράς πληθυσμιακής δύναμης και αριθμητικής δύναμης κλήρου το διαμέρισμα Κυδωνιών ήταν περίπου ισοδύναμο με του Κορδελιού (71.155 ορθόδοξοι, 41 ναοί, 60 ιερείς) και σαφώς υπέρτερο του διαμερίσματος Μαγνησίας (56.030 ορθόδοξοι, 35 ναοί, 49 ιερείς). Βλ.  Ξενοφάνης 2 (1905), σελ. 426-429, 474-477, 522-525.

3. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι.-1919. Οι Ελληνορθόδοξες Κοινότητες. Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος (Αθήνα 1997), σελ. 320-325.

4. Κατά τα έτη 1906-1907 τη θέση του πατριαρχικού επιτρόπου κατείχε ο μητροπολίτης Μεσημβρίας Τιμόθεος. Βλ. Εκκλησιαστική Αλήθεια 27 (1907), σελ. 109.

5. Για τα γεγονότα αυτά βλ. Σακκάρης, Γ., Ιστορία των Κυδωνιών (Αθήναι 1920), σελ. 192-195· Καραμπλιάς, Ι., Ιστορία των Κυδωνιών. Από της ιδρύσεώς των μέχρι της αποκαταστάσεως των προσφύγων εις το ελεύθερον ελληνικόν κράτος, τόμ. 1 (Αθήναι 1949), σελ. 46, τόμ 2 (Αθήναι 1950), σελ. 194-195, 198. Ο Σακκάρης παραπέμπει και σε ειδική μελέτη του Δημητρίου Σίμου, Τα κατά την Ανακήρυξιν της Μητροπόλεως Κυδωνιών (1908), η οποία δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί.

6. Ιάκωβος Κλεόμβροτος, μητροπολίτης. Σισανίου και Σιατίστης, Ο Εθνομάρτυς Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος (Αθήναι 1956)· Τσερνόγλου, A., «Γρηγόριος ο Ωρολογάς», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 4 (Αθήνα 1964), στ. 808-811.

7. Οι οικισμοί αυτοί είναι οι παρακάτω: Γκιουμέτς, Γιαγιά-κιόι, Χατζή Οσμάν, Τουρσουνλού, Κερέμ και Γκιουμουσλού. Ο πληθυσμός τους είναι μεικτός, με υπεροχή συνολικά του μουσουλμανικού στοιχείου. Βλ. Σακκάρης, Γ., Ιστορία των Κυδωνιών (Αθήναι 1920), σελ. 256-258.

8. Ανώνυμος, «Στατιστική της Επαρχίας Εφέσου (έδρα Κυδωνιών)», Ξενοφάνης 2 (1905), σελ. 474-477· Σακκάρης, Γ., Ιστορία των Κυδωνιών (Αθήναι 1920), σελ. 254-258.

9. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι.-1919. Οι Ελληνορθόδοξες Κοινότητες. Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος (Αθήνα 1997).

     
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>