Encyclopaedia of the Hellenic World, Asia Minor FOUNDATION OF THE HELLENIC WORLD
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα AΑναζήτηση με το γράμμα BΑναζήτηση με το γράμμα CΑναζήτηση με το γράμμα DΑναζήτηση με το γράμμα EΑναζήτηση με το γράμμα FΑναζήτηση με το γράμμα GΑναζήτηση με το γράμμα HΑναζήτηση με το γράμμα IΑναζήτηση με το γράμμα JΑναζήτηση με το γράμμα KΑναζήτηση με το γράμμα LΑναζήτηση με το γράμμα MΑναζήτηση με το γράμμα NΑναζήτηση με το γράμμα OΑναζήτηση με το γράμμα PΑναζήτηση με το γράμμα QΑναζήτηση με το γράμμα RΑναζήτηση με το γράμμα SΑναζήτηση με το γράμμα TΑναζήτηση με το γράμμα UΑναζήτηση με το γράμμα VΑναζήτηση με το γράμμα WΑναζήτηση με το γράμμα XΑναζήτηση με το γράμμα YΑναζήτηση με το γράμμα Z

Εφέσου Μητρόπολις (Βυζάντιο)

Author(s) : ΙΒΕ , Ράγια Έφη (11/10/2003)

For citation: ΙΒΕ , Ράγια Έφη, «Εφέσου Μητρόπολις (Βυζάντιο)», 2003,
Encyclopaedia of the Hellenic World, Asia Minor
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=4384>

Εφέσου Μητρόπολις (Βυζάντιο) (6/23/2008 v.1) Metropolis of Ephesos (Byzantium) (7/16/2010 v.1) 
 

1. Πρωτοχριστιανική ιστορία και παραδόσεις της Εφέσου

1.1. Ίδρυση της Εκκλησίας της Εφέσου – η χριστιανική παράδοση

Η χριστιανική ιστορία της Εφέσου ξεκινά ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με την παράδοση, μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή εγκαταστάθηκαν στην Έφεσο τελώντας υπό την καθοδήγηση του Απόλλωνα, μαθητή του Βαπτιστή. Το 55 μ.Χ. έφθασε στην πόλη ο απόστολος Παύλος, ο οποίος έμεινε εκεί τρία χρόνια και η διδασκαλία του βρήκε αρκετή απήχηση. Η δραστηριότητά του, ωστόσο, συνάντησε αντιδράσεις και έτσι αναγκάστηκε να φύγει από εκεί το 58 μ.Χ., ύστερα από εξέγερση που υποκίνησαν άνθρωποι του ναού της Αρτέμιδος, η λατρεία της οποίας ήταν διαδεδομένη στην πόλη. Ο απόστολος Ιωάννης επίσης εγκαταστάθηκε και δίδαξε στην πόλη (το πιθανότερο μετά το 70 μ.Χ.). Κατά την παράδοση, κοντά στον Ιωάννη ζούσε και η ίδια η Μαρία Θεοτόκος, ενώ θεωρούνταν επίσης ότι η Μαρία Μαγδαληνή πέθανε στην Έφεσο. Ο απόστολος Τιμόθεος, η Ερμιόνη, ο Φίλιππος ο Ευαγγελιστής, ο αδελφός του αποστόλου Βαρνάβα Αριστόβουλος, ο Παύλος των Θηβών (κατά την παράδοση ο πρώτος μοναχός) και ο μάρτυρας Άδαυκτος με την κόρη του την Καλλισθένη, που αγιοποιήθηκαν, έζησαν και πέθαναν στην Έφεσο. Πολύ διαδεδομένη ήταν κατά την ύστερη αρχαιότητα και καθ’ όλη τη Βυζαντινή εποχή η παράδοση που σχετιζόταν με τους Επτά Κοιμώμενους Παίδες της Εφέσου. Σύμφωνα με το Συναξάριο, οι επτά παίδες κατηγορήθηκαν επί αυτοκράτορα Δέκιου για τη χριστιανική τους πίστη. Προκειμένου να αποφύγουν το διωγμό, μοίρασαν όλα τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς και αποσύρθηκαν σε σπήλαιο της Εφέσου, κοιμήθηκαν και ξύπνησαν έπειτα από 372 χρόνια, επί της βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β'. Διαδεδομένη επίσης ήταν και η παράδοση σύμφωνα με την οποία η Μαρία Μαγδαληνή έφερε στην Έφεσο το λίθο πάνω στον οποίο πλύθηκε το σώμα του Χριστού μετά την Αποκαθήλωση.

1.2. Χριστιανισμός, θεολογικές έριδες και εθνικές λατρείες στην Έφεσο

Κατά την ύστερη αρχαιότητα, ο χριστιανισμός συνυπήρχε με τις εθνικές λατρείες. Στα μέσα του 4ου αιώνα στην Έφεσο, ο διδάσκαλος Μάξιμος συνέδεε τη φιλοσοφία με τη μαγεία, πρακτική που δεν ήταν αποδεκτή από όλους και που προκάλεσε τους διωγμούς των φιλοσόφων από τον αυτοκράτορα Ουάλεντα (364-378), που με τη σειρά τους προκάλεσαν εξέγερση των κατοίκων της πόλης. Οι παγανιστικές πρακτικές και οι εθνικές λατρείες ωστόσο υποχώρησαν σταδιακά με το πέρασμα του χρόνου. Το γεγονός αυτό γίνεται εμφανές στην Έφεσο κυρίως από τη μετατροπή μνημείων των αρχαίων θεών σε χριστιανικά, από την καταστροφή τους αλλά και από την αυξανόμενη χρήση χριστιανικών συμβόλων. Το όνομα της Αρτέμιδος, που λατρευόταν στην πόλη κατά την αρχαιότητα, σβηνόταν από τις επιγραφές, τα αγάλματά της καταστρέφονταν και τη θέση τους έπαιρναν σταυροί, ενώ ο ναός της Αρτέμιδος, που καταστράφηκε το 262 και κατόπιν επισκευάστηκε, συνέχισε να υπολειτουργεί μέχρις ότου ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (398-404) έθεσε οριστικά τέλος στη λειτουργία του.

Σύμφωνα με την παράδοση, η εκκλησία της Εφέσου ιδρύθηκε από τον μαθητή του απόστολου Παύλου Τιμόθεο. Η χριστιανική κοινότητα και κατ’ επέκταση η Εκκλησία σταδιακά αποδέχθηκαν τις παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες η Θεοτόκος, η Μαρία Μαγδαληνή και ένας αριθμός άλλων αγίων έζησαν, πέθαναν και τάφηκαν στην Έφεσο· η παράδοση για την παρουσία της Θεοτόκου στην πόλη έγινε δεκτή πριν από το 431, της Μαρίας Μαγδαληνής πριν από το 630. Δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί το μέγεθος της χριστιανικής κοινότητας της Εφέσου, ωστόσο ο κατάλογος των αγίων και των μαρτύρων της πόλης οδηγεί ίσως στο συμπέρασμα ότι η χριστιανική κοινότητα καθ’ όλη την ύστερη αρχαιότητα ήταν μεγάλη. Η σημασία της Εφέσου ως πρωτοχριστιανικής έδρας για τη διάδοση του χριστιανισμού στη Μικρά Ασία φαίνεται και από το γεγονός ότι η Εκκλησία της είναι μία από τις επτά Εκκλησίες της Μικράς Ασίας που αναφέρονται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη.

Η ορθόδοξη χριστιανική κοινότητα πάντως συνυπήρχε στην Πρωτοβυζαντινή εποχή με την κοινότητα των μονοφυσιτών και τη μεγάλη κοινότητα των Εβραίων, που διατηρούσε τουλάχιστον μία συναγωγή στην πόλη. Η εβραϊκή κοινότητα επέζησε μέχρι τη Μέση Βυζαντινή εποχή τουλάχιστον, όπως είναι γνωστό από τον Βίο του οσίου Λαζάρου του Γαλησιώτη (11ος αιώνας). Η συνύπαρξη των χριστιανών με τους Εβραίους ήταν ειρηνική, αλλά διαμάχες μεταξύ χριστιανών και μονοφυσιτών σημειώνονταν την Πρωτοβυζαντινή εποχή, τουλάχιστον στις περιόδους των Συνόδων που συγκλήθηκαν στην Έφεσο (Γ' Οικουμενική, 431, Ληστρική, 449), προκειμένου για την επίλυση δογματικών ζητημάτων.

2. Εκκλησιαστική ιστορία

2.1. Η θέση της Εφέσου κατά την οργάνωση της Εκκλησίας

Ως αποστολική εκκλησία και αναμφισβήτητο κέντρο της διάδοσης του χριστιανισμού, η Έφεσος απέκτησε κατ’ αρχήν εθιμικά «πρεσβεία τιμής» έναντι των άλλων εκκλησιών,1 που εκφράζονταν κυρίως στις χειροτονίες των νέων επισκόπων και στην καταπολέμηση των αιρέσεων. Με τη μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού (284-305), η Έφεσος αναγνωρίστηκε ως πρωτεύουσα της επαρχίας Ασίας και πιθανόν και της Ασιανής Διοίκησης. Η εκκλησιαστική διοίκηση σύντομα ακολούθησε την πολιτική, με την Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325) η οποία εισήγαγε το μητροπολιτικό σύστημα στις επαρχίες και αναγνώρισε την εξουσία των τοπικών συνόδων και του μητροπολίτη στα ζητήματα χειροτονίας. Η εσωτερική αυτονομία των τοπικών εκκλησιών απέκλειε οποιαδήποτε διοικητική εξάρτηση. Η Έφεσος παρέμεινε αυτόνομη και ο μητροπολίτης εκλεγόταν από τους επισκόπους της επαρχίας του.

Η αυτονομία των μητροπόλεων μειώθηκε σταδιακά με την αύξηση του κύρους της έδρας της Κωνσταντινούπολης, που προωθήθηκε ιδιαίτερα με τους κανόνες της Β' Οικουμενικής Συνόδου (Κωνσταντινούπολη, 381), αλλά και με τη δράση του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Χρυσοστόμου (398-404). Όταν ο μητροπολίτης Εφέσου Αντωνίνος κατηγορήθηκε για σιμωνία (για πώληση των θρόνων της επαρχίας Ασίας), η τοπική σύνοδος απέτυχε να ρυθμίσει το ζήτημα, με αποτέλεσμα να ζητηθεί η επέμβαση του Ιωάννη Χρυσοστόμου. Έτσι, σε σύνοδο που συγκλήθηκε στην Έφεσο το 401, οι επίσκοποι που εξαγόρασαν το αξίωμά τους καθαιρέθηκαν και χειροτονήθηκε νέος μητροπολίτης Εφέσου, ο οποίος προερχόταν από το περιβάλλον της αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως.2 Η εξουσία της έδρας της Κωνσταντινούπολης στις Διοικήσεις Ασιανής, Ποντικής και Θρακικής αναγνωρίστηκε τελικά με τον 28ο κανόνα της Δ' Οικουμενικής Συνόδου (Χαλκηδόνα, 451), που προέβλεπε την αρμοδιότητα του πατριάρχη στη χειροτονία των μητροπολιτών των επαρχιών. Μέχρι την εποχή αυτή, ωστόσο, πολλοί από τους μητροπολίτες Εφέσου είχαν χειροτονηθεί από τους αρχιεπισκόπους Κωνσταντινουπόλεως,3 έτσι ώστε ο κανόνας αυτός να αποτελεί ουσιαστικά την τυπική αναγνώριση ενός γεγονότος. Παράλληλα η Δ' Οικουμενική Σύνοδος αναγνώρισε, με τον 9ο και τον 17ο κανόνα, την αρμοδιότητα πρώτων μητροπολιτών των Διοικήσεων (εξάρχων των Διοικήσεων) σε ζητήματα των επαρχιών που περιλαμβάνονταν στη Διοίκηση.4

2.2. Η εκκλησία της Εφέσου κατά την Πρωτοβυζαντινή εποχή

Σύμφωνα με την παράδοση, πρώτος επίσκοπος της Εφέσου ήταν ο Τιμόθεος, μαθητής του αποστόλου Παύλου και μετέπειτα άγιος. Στα πρακτικά της Δ' Οικουμενικής Συνόδου (451) αναφέρεται ότι από την εποχή του Τιμοθέου υπήρξαν στην Έφεσο 27 επίσκοποι.5 Οι πρώτοι αυτοί επίσκοποι, εκ των οποίων μερικοί ήταν άμεσοι διάδοχοι των αποστόλων, είχαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των εκκλησιαστικών παραδόσεων και στην καταπολέμηση των αιρέσεων. Στην Έφεσο εξάλλου συγκλήθηκαν δύο Οικουμενικές Σύνοδοι, η Γ' (431) και η λεγόμενη Ληστρική (449).

Κατά την Γ' Οικουμενική Σύνοδο ο μητροπολίτης Εφέσου Μέμνων, που μαζί με τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Κύριλλο προήδρευε της Συνόδου, ήταν αντίπαλος του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου (ο οποίος καταδικάστηκε ως αιρετικός). Τον 5ο αιώνα, εξαιτίας της ευρύτερης διαμάχης ως προς τα δίκαια των εκκλησιαστικών εδρών, που πήρε διαστάσεις αμέσως μετά την Δ' Οικουμενική Σύνοδο (Χαλκηδόνα, 451), καθώς και των δυναστικών αναταραχών, ο μονοφυσίτης πατριάρχης Αλεξανδρείας Τιμόθεος (Αίλουρος) (457-460, 475-477), έχοντας την υποστήριξη του αυτοκράτορα Βασιλίσκου (475-476), αποκατέστησε στο μητροπολιτικό θρόνο της Εφέσου τον μονοφυσίτη Παύλο και «απέδωσε στην Έφεσο το πατριαρχικό δίκαιο». Αυτό έγινε στα πλαίσια συνόδου που συγκλήθηκε στην Έφεσο με θέμα την αποδοχή της (μονοφυσιτικής) εγκυκλίου του αυτοκράτορα Βασιλίσκου (475). Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ακάκιος (472-489) δεν αποδέχθηκε τις αποφάσεις αυτές και ανάγκασε τον αυτοκράτορα Βασιλίσκο να τις ακυρώσει. Οι επίσκοποι της Ασιανής αναγκάστηκαν να αποκηρύξουν τις αποφάσεις της συνόδου αυτής ενώ ο μητροπολίτης Εφέσου Παύλος καθαιρέθηκε επί Ζήνωνος (474-475, 476-491).6

Μεταξύ των σημαντικότερων μητροπολιτών Εφέσου κατά την Πρωτοβυζαντινή εποχή συγκαταλέγονται ο Υπάτιος (γύρω στο 530) και ο Ιωάννης Εφέσου. Ο Υπάτιος ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα στην καταπολέμηση του μονοφυσιτισμού και υπήρξε στενός συνεργάτης του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α' (527-565) σε εκκλησιαστικά θέματα καθώς και εκπρόσωπος των ορθόδοξων αρχιερέων σε αρκετές περιπτώσεις. Ο μονοφυσίτης Ιωάννης ανέπτυξε σημαντική ιεραποστολική δραστηριότητα, όχι μόνο στην ίδια την Έφεσο, αλλά και στην κοιλάδα του Μαιάνδρου και στις Σάρδεις. Με την άδεια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α' προσηλύτισε περίπου 80.000 εθνικούς στο χριστιανισμό.7

2.3. Η εκκλησία της Εφέσου κατά τη Μεσοβυζαντινή εποχή

Η Έφεσος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις εκκλησιαστικές διαμάχες της Μεσοβυζαντινής και Υστεροβυζαντινής εποχής. Τον 8ο αιώνα, ο επίσκοπος Υπάτιος και ο ιερέας Ανδρέας, οι οποίοι είχαν χειροτονηθεί από τον μητροπολίτη Εφέσου, εναντιώθηκαν στην εφαρμογή της πολιτικής του αυτοκράτορα Λέοντα Γ' Ίσαυρου εναντίον των εικόνων (717-740). Στη συνέχεια, ωστόσο, ο μητροπολίτης Εφέσου Θεοδόσιος, γιος του αυτοκράτορα Αψίμαρου-Τιβέριου (698-705), υποστήριξε ενεργά την πολιτική εναντίον των εικόνων, υπήρξε ένας από τους προέδρους της συνόδου του 754 κατά των εικόνων και ένας από τους κύριους συνεργάτες του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε' Ισαύρου (740-775) στην προσπάθεια επιβολής των πεποιθήσεών του (συμμετείχε μάλιστα σε σχετική με αυτό το ζήτημα αντιπροσωπεία προς τον όσιο Στέφανο τον νέο). Την εποχή αυτή εξάλλου χρονολογείται και η δραστηριότητα του στρατηγού των Θρακησίων Μιχαήλ Λαχανοδράκοντα εναντίον των εικονολατρών. Με την ανοχή του μητροπολίτη πολλοί μοναχοί διώχθηκαν από την Έφεσο.

Τον 9ο αιώνα ο μητροπολίτης Εφέσου Θεόφιλος ήταν υπέρμαχος της θανατικής ποινής για τους Παυλικιανούς, στάση που προκάλεσε την αντίδραση του Θεοδώρου Στουδίτη, ο οποίος σε μακροσκελή επιστολή που του απέστειλε υπερασπίστηκε την πάγια θέση της εκκλησίας ειδικά σε σχέση με όσους θεωρούνταν αιρετικοί. Η άποψη του Θεόφιλου έγινε κυβερνητική πολιτική υπό την αιγίδα της Θεοδώρας (842-856), μητέρας και συναυτοκράτειρας του Μιχαήλ Γ΄ (842-867). Την ίδια εποχή (μέσα του 9ου αιώνα) η Έφεσος έχασε τρεις από τις επισκοπές της Ασίας οι οποίες αποδόθηκαν στη Σμύρνη. Ωστόσο, η μητρόπολη δεν έχασε τη δύναμή της, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι ο 1078 ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ' Δούκας (1071-1078) χειροτονήθηκε, μετά την εκθρόνισή του, μητροπολίτης Εφέσου.

2.4. Η εκκλησία της Εφέσου κατά την Υστεροβυζαντινή εποχή

Μετά το 1204 οι μητροπολίτες Εφέσου είχαν αυξημένο κύρος εξαιτίας της μεταφοράς της έδρας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στη Νίκαια. Σημαντικός ήταν ο ρόλος του μητροπολίτη Εφέσου Νικολάου Μεσαρίτη στη διαμάχη εναντίον της ενωτικής πολιτικής του αυτοκράτορα Θεοδώρου Α' Λασκάρεως (1207/8-1222), καθώς και στην εκλογή των πατριαρχών της εποχής. Οι μητροπολίτες Εφέσου αναμείχθηκαν έντονα στο αρσενιατικό σχίσμα. Ο μητροπολίτης Νικηφόρος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην παραίτηση του πατριάρχη Αρσενίου (1254-1259/1261-1265) το έτος 1259. Ο ίδιος μητροπολίτης εξελέγη στη συνέχεια πατριάρχης (Νικηφόρος Β', 1260) χωρίς ωστόσο να καταφέρει να γίνει αποδεκτός από το ποίμνιο και από άλλους ιεράρχες, με αποτέλεσμα να επέλθει σχίσμα. Ο μητροπολίτης Εφέσου Ιωάννης Χειλάς (τέλη 13ου αιώνα) ήταν αντίπαλος των αρσενιατών και καταφερόταν με ιδιαίτερη σφοδρότητα εναντίον τους. Τελευταίος μητροπολίτης Εφέσου πριν από την κατάκτηση της πόλης από τους Οθωμανούς (Οκτώβριος 1304 ή 1305) ήταν ο Μιχαήλ Λουλούδης, ο οποίος κατέφυγε στην Κρήτη. Μετά την κατάκτηση, ο ναός του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου μετατράπηκε σε τζαμί, όπως είναι γνωστό από τις επιστολές του Ματθαίου Εφέσου. Ο Ματθαίος εξελέγη μητροπολίτης Εφέσου το 1329, αλλά εγκαταστάθηκε στην πόλη μόλις το 1339.

3. Εκκλησιαστικά τακτικά και επισκοπές

Στα εκκλησιαστικά τακτικά της Μέσης και Ύστερης Βυζαντινής εποχής η Έφεσος διατήρησε τη δεύτερη θέση μεταξύ των μητροπόλεων που υπάγονταν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, μετά την Καισάρεια Καππαδοκίας. Από τους συνοδικούς καταλόγους μεταξύ 5ου και 13ου αιώνα είναι γνωστές, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Culerrier, 48 επισκοπές που υπάγονταν στην Έφεσο. Μερικές από αυτές είναι αποκλειστικά γνωστές από τους καταλόγους και δεν αναφέρονται στα εκκλησιαστικά τακτικά, όπου περιλαμβάνονται 34 ως 39 επισκοπές.8 Δύο επισκοπές, η Μασχακώμη και τα Χλιαρά, είναι γνωστές μόνο από τα τακτικά. Άλλες επισκοπές της Εφέσου, τα Ύπαιπα, το Πέργαμον και το Διός Ιερόν (Πυργίον), υψώθηκαν κατά καιρούς σε μητροπόλεις, ενώ η Νύσα του Μαιάνδρου έγινε αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή. Αρχικά στην Έφεσο υπαγόταν και η επισκοπή Σμύρνης, η οποία μετά το 451 υψώθηκε σε αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή. Κατά το β' ήμισυ του 9ου αιώνα με την ύψωση της ως τότε αυτοκέφαλης αρχιεπισκοπής της Σμύρνης σε μητρόπολη, αφαιρέθηκαν από τη δικαιοδοσία της Εφέσου τρεις επισκοπές, η Φώκαια, η Μαγνησία Σιπύλου και οι Κλαζομεναί, και υπήχθησαν στη δικαιοδοσία της νέας μητρόπολης.
Το 14ο αιώνα, εξαιτίας της οθωμανικής κατάκτησης, η Έφεσος προσπαθούσε να αποσπάσει από τη μητρόπολη Σμύρνης τις επισκοπές που της είχαν αφαιρεθεί τον 9ο αιώνα, τη Φώκαια και τις Κλαζομενές, ενώ με βάση τη συνωνυμία με την επισκοπή Βρυούλων Μαιάνδρου διεκδίκησε την ενορία Βρυούλων Σμύρνης. Οι Κλαζομενές και η παλαιά Φώκαια τελικά υπήχθησαν εκ νέου στην Έφεσο (1387). Επιπλέον η μητρόπολη του Πυργίου ανατέθηκε το 1368 κατ’ επίδοσιν στον μητροπολίτη Εφέσου. Το 1469 υπήχθη εκ νέου στη δικαιοδοσία της μητρόπολης Εφέσου και η επισκοπή της Μαγνησίας Σιπύλου.

4. Ο μοναχισμός στην Έφεσο

Οι πληροφορίες για τα μοναστήρια της Εφέσου είναι ελλιπείς και ασαφείς. Από τις πηγές της Πρώιμης Βυζαντινής εποχής προκύπτει με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι τόσο μέσα στην ίδια την πόλη όσο και έξω από αυτήν υπήρχαν μονές, οι οποίες ωστόσο δεν κατονομάζονται.9 Τον 11ο αιώνα η Έφεσος έγινε το κέντρο μιας σημαντικής μοναστικής κοινότητας, του Γαλησίου όρους, που βρισκόταν στα βόρεια της πόλης. Ο όσιος Λάζαρος ίδρυσε τρεις μονές στο Γαλήσιον, τη μονή Σωτήρος, τη μονή Θεοτόκου και τη μονή Αναστάσεως. Από το βίο του είναι επίσης γνωστά τα μοναστήρια των Βεσσών (ή Βησσών), που βρίσκονταν πιθανώς κοντά στην Αναία, και το μικρό ίδρυμα της Αγίας Μαρίνας λίγο έξω από την ίδια την πόλη της Εφέσου. Και τα δύο ήταν εξαρτημένα από το Γαλήσιον. Από την Ύστερη Βυζαντινή εποχή (13ος αιώνας) είναι γνωστή η μονή του Αγίου Γρηγορίου του Θαυματουργού, στην οποία έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα και χρημάτισε ηγούμενος ο Νικηφόρος Βλεμμύδης, καθώς και η μονή Ημαθίας, την οποία ίδρυσε ο ίδιος. Οι μοναχοί του Γαλησίου όρους αναμείχθηκαν έντονα στο αρσενιατικό σχίσμα. Οι μοναχοί Γαλακτίων και Μελέτιος θεωρήθηκαν μάρτυρες εξαιτίας της δράσης τους εναντίον του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου (1259-1282). Από το Γαλήσιον εξάλλου προέρχονται τόσο ο πατριάρχης Ιωσήφ Α' (1266-1275, 1282-1283), που ήταν πνευματικός του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου και συνέβαλε στην παραίτηση του πατριάρχη Γερμανού Γ' (1265-1266), όσο και ο πατριάρχης Αθανάσιος Α' (1289-1293, 1303-1309), ο οποίος επεδίωκε την κάθαρση της Εκκλησίας σύμφωνα με τα μοναστικά ιδεώδη.

5. Τα ιερά προσκυνήματα της Εφέσου

Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, στην Έφεσο τάφηκαν πολλοί άγιοι και μάρτυρες του χριστιανισμού. Στον Πίο λόφο, σημερινό λόφο Panayır dağ, υπήρχε το μαρτύριο του αγίου Τιμόθεου. Σύμφωνα με την παράδοση, εκεί τάφηκαν επίσης ο Φίλιππος ο Ευαγγελιστής, η αγία Ερμιόνη, η Μαρία Μαγδαληνή, ο Παύλος των Θηβών (ο πρώτος μοναχός), ο αδελφός του αποστόλου Βαρνάβα Αριστόβουλος, ο μάρτυρας Άδαυκτος και η κόρη του η Καλλισθένη. Στο Panayır dağ δεν έχει ανακαλυφθεί κανένα μνημείο που να συνδέεται με κάποιον από αυτούς τους αγίους, μόνο σύμφωνα με μαρτυρία του 12ου αιώνα οι επισκέπτες μπορούσαν να προσκυνήσουν τα λείψανα των 300 αγίων πατέρων, του αγίου Αλεξάνδρου και της Μαρίας Μαγδαληνής (που σύμφωνα με άλλη εκδοχή μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη με πρωτοβουλία του Λέοντα ΣΤ' [886-912]).10 Ένα από τα γνωστότερα προσκυνήματα της Εφέσου ήταν το σπήλαιο των Επτά Κοιμώμενων Παίδων. Εξαιτίας της ιερότητας του χώρου πολλοί θέλησαν να ενταφιαστούν κοντά στο σπήλαιο, γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε σύμπλεγμα με παρεκκλήσια, μαυσωλεία και τάφους. Το σπήλαιο των Επτά Κοιμώμενων Παίδων επισκέφθηκε τον 8ο αιώνα ο άγιος Βιλλιβάλδος, αλλά είναι βέβαιο ότι προσκυνητές έρχονταν εδώ μέχρι τον 15ο αιώνα.

Ο ναός του Ιωάννη Θεολόγου, που χτίστηκε πάνω στον τάφο του, στη θέση παλαιότερου μαρτυρίου, ήταν το σημαντικότερο προσκύνημα της πόλης. Είναι πιθανόν, σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, ότι το ταφικό μνημείο του Ιωάννη Θεολόγου χρονολογείται στο 2ο ή 3ο αιώνα, ενώ το τετράπλευρο μαρτύριο ανεγέρθηκε πιθανώς στις αρχές του 4ου αιώνα και σύντομα επεκτάθηκε σε σταυροειδή ναό. Τον 6ο αιώνα, με τη χορηγία του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ (527-565) χτίστηκε στη θέση του μια τρίκλιτη σταυροειδής βασιλική. Στο ναό του Θεολόγου, σύμφωνα με την παράδοση, εκτός από προσωπικά του αντικείμενα, βρισκόταν ο λίθος πάνω στον οποίο πλύθηκε το σώμα του Χριστού μετά την Αποκαθήλωση. Κατά τη βυζαντινή παράδοση, την οποία αναφέρει ο Ιωάννης Κίνναμος, το λίθο μετέφερε στην Έφεσο η Μαρία Μαγδαληνή. Ο λίθος αυτός μεταφέρθηκε το 12ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, όπου τοποθετήθηκε αρχικά στα ανάκτορα και στη συνέχεια μπροστά στον τάφο του αυτοκράτορα Μανουήλ Α' Κομνηνού (1143-1180), στο καθολικό της μονής του Χριστού Παντοκράτορος.

Σύμφωνα με τη βυζαντινή παράδοση, που βασίζεται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, ο Ιωάννης Θεολόγος δεν πέθανε, αλλά κοιμόταν στον τάφο του για να ξυπνήσει κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Η σκόνη που αιωρείτο πάνω από τον τάφο θεωρούνταν απόδειξη της αναπνοής του. Η παράδοση αυτή αναφέρεται πρώτη φορά σε σύγγραμμα του αγίου Αυγουστίνου (αρχές 5ου αιώνα).11 Σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, η θαυματουργή αυτή σκόνη έβγαινε από τον τάφο στις 8 Μαΐου, ημέρα της εορτής του αγίου. Περιγραφή του θαύματος υπάρχει στο μηνολόγιο του Βασιλείου Β', όπου αναφέρεται ότι η σκόνη ονομαζόταν από τους εγχώριους κατοίκους «μάννα», καθώς και στο ιστορικό κείμενο του Ramon Muntaner, όπου η περιγραφή είναι εκτενέστερη.

1.  Σχετικά  με τα «πρεσβεία τιμής»  βλ. Φειδάς, Βλ., Ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών I, Προϋποθέσεις διαμορφώσεως του θεσμού απ’ αρχής μέχρι το 451 (Αθήναι 1969), σελ. 40 κ.ε.

2. Με την αφορμή αυτή ο Χρυσόστομος φαίνεται ότι καθαίρεσε 16 επισκόπους (σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες 6) της Λυκίας, της Φρυγίας και της ίδιας της επαρχίας Ασίας, επειδή οι επίσκοποι είχαν εξαγοράσει το αξίωμα από τον μητροπολίτη Αντωνίνο, υποπίπτοντας έτσι στο παράπτωμα της σιμωνίας. Βλ. Φειδάς, Βλ., Ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών I, Προϋποθέσεις διαμορφώσεως του θεσμού απ’ αρχής μέχρι το 451 (Αθήναι 1969), σελ. 245 κ.ε.· Grumel, V. (επιμ.), Les regestes des actes du Patriarcat de Constantinople 1, Les Regestes de 381 à 715 (Chalcedon 1932), αρ. 20, 23.

3. Βλ. Acta Conciliorum Oecumenicorum II/I/3, Concilium Universale Chalcedonense, ed. E. Schwartz (Berlin-Leipzig 1935), σελ. 52-53.

4. Ο τίτλος του εξάρχου μαρτυρείται τουλάχιστον από τον 5ο αιώνα ως μη θεσμοθετημένος και ανεπίσημος. Στους κανόνες της Δ' Οικουμενικής Συνόδου (451), ωστόσο, χρησιμοποιείται κατά τρόπο που δείχνει σαφή σύνδεση με τους πρώτους μητροπολίτες των εκκλησιαστικών Διοικήσεων, Ασιανής, Ποντικής, Θράκης (Εφέσου, Καισαρείας της Καππαδοκίας, Ηρακλείας Θράκης αντίστοιχα). Βλ. Φειδάς, Βλ., Ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών I, Προϋποθέσεις διαμορφώσεως του θεσμού απ’ αρχής μέχρι το 451 (Αθήναι 1969), σελ. 290 κ.ε.

5. Acta Conciliorum Oecumenicorum II/I/3, Concilium Universale Chalcedonense, ed. E. Schwartz (Berlin-Leipzig 1935), σελ. 52.32-34.

6. «Ευαγρίου Σχολαστικού επιφανέως και από επάρχων Εκκλησιαστικής Ιστορίας τόμοι στ'», στο Migne, J. P. (ed.), Patrologiae cursus completus, Series Greca 86/2 (Paris 1857-1866), , στήλες 2608-2609· Φειδάς, Βλ., Ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών IΙ, Ιστορικοκανονικά προβλήματα περί την λειτουργίαν του θεσμού (451-553) (Αθήναι 1970), σελ. 107-108· Chryssos, E., Die Bischofslisten des V. Okumenischen Konzils (Antiquitas Reihe 1, Abhandlungen zur alten Geschichte 14, Bonn 1966), σελ. 96.

7. Dictionnaire de Theologie Catholique 8, 752-753, s.v. “Jean d’ Asie ou d’ Ephese” (E. Tisserant).

8. Στην πραγματικότητα 38 επίσκοποι, επειδή η αναγραφή της επισκοπής Θυατείρων στη Notitia αρ. 3 θα πρέπει να θεωρηθεί εμβόλιμη. Βλ. σχετικά Culerrier, P., “Les évêchés suffragantes d' Éphèse aux 5e-13e siècles”, Revue des Études Byzantines 45 (1987), σελ. 134-164, ιδ. σελ. 150.

9. Foss, Cl., Ephesus after Antiquity: A Late antique, Byzantine and Turkish City (Cambridge 1979), σελ. 37-38.

10. Οι 300 πατέρες είναι πιθανώς τα μέλη της Γ' Οικουμενικής Συνόδου (431). Κατά τον Foss, Cl., Ephesus after Antiquity: A Late antique, Byzantine and Turkish City (Cambridge 1979), σελ. 127 σημ. 48, πιθανώς στο κείμενο που συνέγραψε ο Ρώσος ηγούμενος Δανιήλ, το όνομα του Αγίου Αλεξάνδρου θα πρέπει να αντικατασταθεί με το όνομα του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, που προήδρευε στην Γ' Οικουμενική Σύνοδο.

11. Foss, Cl., Ephesus after Antiquity: A Late antique, Byzantine and Turkish City (Cambridge 1979), σελ. 36.

     
 
 
 
 
 

Entry's identity

 
press image to open photo library
 

>>>