Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Σελευκιδικές Κοπές Νομισμάτων

Συγγραφή : Παναγοπούλου Κατερίνα (11/3/2002)

Για παραπομπή: Παναγοπούλου Κατερίνα, «Σελευκιδικές Κοπές Νομισμάτων», 2002,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=6101>

Σελευκιδικές Κοπές Νομισμάτων (1/8/2008 v.1) Seleucid issues (18/2/2011 v.1) 
 

1. Νομισματικό σύστημα

Το νομισματικό σύστημα του σελευκιδικού κράτους μπορεί να περιγραφεί ως τριμεταλλικό, βασισμένο δηλαδή στη χρήση νομισμάτων κομμένων σε τρία διαφορετικά μέταλλα, που έτεινε να μετατραπεί σε μονομεταλλικό, βασισμένο στη χρήση ενός μόνο μετάλλου, του αργύρου.

Προκειμένου να ανταποκριθούν αφενός οι υπήκοοι του σελευκιδικού βασιλείου στις φορολογικές τους υποχρεώσεις προς το κράτος και αφετέρου οι ίδιοι οι βασιλείς στις πληρωμές στρατευμάτων για τις πολεμικές τους αναμετρήσεις, οι Σελευκίδες βασιλείς συμπλήρωναν τα αποθέματα «διεθνών» νομισμάτων της εποχής, δηλαδή χρυσών και αργυρών νομισμάτων στο όνομα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Λυσιμάχου, που κυκλοφορούσαν ευρέως στην αυτοκρατορία, με προσωπικές τους –αργυρές κυρίως– νομισματικές κοπές.

Καθώς τα αποθέματα αργύρου που φυλάσσονταν στα θησαυροφυλάκια της προηγούμενης –αχαιμενιδικής– διοίκησης είχαν σχεδόν εξαλειφθεί, και προκειμένου να αυξήσουν τα αποθέματα πολύτιμου μετάλλου, οι Σελευκίδες αναδιάρθρωσαν το οικονομικό σύστημα των σατραπειών έτσι ώστε η πληρωμή των φόρων και οι πληρωμές από τη διοίκηση να διεξάγονται σε άργυρο.1 Οι μικρότερες αργυρές υποδιαιρέσεις και οι χάλκινες εκδόσεις προορίζονταν για την τροφοδοσία των μικρότερης κλίμακας εμπορικών συναλλαγών στις τοπικές αγορές.

Σε γενικές γραμμές, οι νομισματικές κοπές που αποδίδονται στους Σελευκίδες περιλαμβάνουν τους εξής τύπους νομισμάτων:
α) μεταβατικά αργυρά τετράδραχμα και δραχμές με τους νομισματικούς τύπους του Μεγάλου Αλεξάνδρου αλλά με την επιγραφή του Σελεύκου Α´ στην πίσω πλευρά και β) χρυσές, αργυρές και χάλκινες κοπές με τους προσωπικούς τύπους κάθε βασιλέα· στην πίσω πλευρά χαρασσόταν το όνομα και ο βασιλικός τίτλος κάθε μονάρχη.

2. Σελευκιδικά νομισματοκοπεία

Από την εποχή του Σελεύκου Α´(312-281 π.Χ.) έως την εποχή του Αντιόχου Δ´ (175-164 π.Χ.) σε ολόκληρη τη σελευκιδική επικράτεια τέθηκε σε λειτουργία μεγάλος αριθμός νομισματοκοπείων που εξυπηρετούσαν τις δημοσιονομικές ανάγκες των επιμέρους περιοχών. Από το Σέλευκο Α´, για παράδειγμα, στα υπάρχοντα νομισματοκοπεία –στη Βαβυλώνα, (ίσως) στα Σούσα και στα φοινικικά και κιλικικά νομισματοκοπεία– προστέθηκε αυτό της επί του Τίγρητος Σελεύκειας στην περιοχή της Βαβυλώνας· παράλληλα τα Εκβάτανα, οι Κάρρες και μία ή περισσότερες πόλεις της Καππαδοκίας, της βόρειας Μεσοποταμίας και της βόρειας Συρίας φιλοξένησαν τα νομισματοκοπεία που κάλυπταν τις ανάγκες των αντίστοιχων περιοχών. Από τα χρόνια του Αντιόχου Α´ (281-261 π.Χ.) λειτούργησαν νομισματοκοπεία στα Βάκτρα και στο Αϊ-Χανούμ, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες και των Άνω Σατραπειών.

Στις δυτικότερες επαρχίες της σελευκιδικής επικράτειας, όπου οι συναλλαγές σε νόμισμα ήταν ευρύτερα διαδεδομένες, η σελευκιδική νομισματική πολιτική υιοθετήθηκε αβίαστα: από το 301 π.Χ. τέθηκαν σε λειτουργία τα νομισματοκοπεία της Αντιόχειας, της Σελεύκειας Πιερίας και της Λαοδίκειας επί τηι Θαλάσσηι στη βόρεια Συρία· στη δυτική Μικρά Ασία η νομισματική παραγωγή των υπάρχοντων νομισματοκοπείων της Ταρσού, των Σάρδεων και του Περγάμου εξυπηρετούσε πλέον τις ανάγκες των νέων ηγεμόνων από το 294 και από το 281 π.Χ. αντίστοιχα. Επί Αντιόχου Α´ (281-261 π.Χ.) ορισμένα εφήμερα νομισματοκοπεία των ανατολικών επαρχιών με περιορισμένη νομισματική παραγωγή προστέθηκαν σε αυτά της Δύσης, στη Μαγνησία του Μαιάνδρου και στη Σμύρνη· η Δούρα Ευρωπός και η Έδεσσα προμήθευαν χάλκινο νόμισμα. Επί Αντιόχου Α´ εγκαινιάστηκαν τα νομισματοκοπεία της Κύμης, της Φώκαιας, της Μύρινας, των Αιγών, της Τήμνου, (ίσως) της Λαμψάκου, της Αλεξάνδρειας Τρωάδας, του Ιλίου και της Αβύδου, των θρακικών πόλεων Λυσιμάχειας και Καβύλης, των Μυλάσων, της Εφέσου (χάλκινα) και ορισμένα άλλα που δεν έχουν ακόμη ταυτισθεί. Στην Ανατολή λειτούργησε το νομισματοκοπείο της Αρτακοηνής.

Φαίνεται πως τα νομισματοκοπεία εγκαθιδρύονταν στις πρωτεύουσες των σατραπειών και ίσως και στις πόλεις που ιδρύθηκαν από τους Σελευκίδες. Οι σατραπείες τέλος που δε διέθεταν σημαντική εκχρηματισμένη οικονομία εξυπηρετούνταν από τη νομισματική παραγωγή γειτονικών σατραπειών. Σε σημαντικά τέλος κέντρα παραγωγής χάλκινων νομισμάτων αναδείχθηκαν η επί του Τίγρητος Σελεύκεια, η Αντιόχεια, οι Σάρδεις και η Ταρσός.

3. Νομισματικές υποδιαιρέσεις

Η βασική, μεγαλύτερη αργυρή υποδιαίρεση του σελευκιδικού νομισματικού συστήματος ήταν το αργυρό τετράδραχμο, που ήταν κομμένο στο λεγόμενο αττικό σταθμητικό κανόνα.2 Τα τετράδραχμα, που την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου ζύγιζαν περίπου 17,20 γραμμάρια, την εποχή του Αντιόχου Δ´ (175-164 π.Χ.) έφτασαν να ζυγίζουν 16,50-16,79 γραμμάρια· δηλαδή το αρχικό τους βάρος μειώθηκε κατά 2%, υπακούοντας στη γενικότερη μείωση των βαρών των τετραδράχμων αττικού βάρους στο Πέργαμο, στη Μακεδονία και στην Αθήνα τη συγκεκριμένη περίοδο. Αργότερα τα σελευκιδικά αργυρά τετράδραχμα υποτιμήθηκαν, στο βαθμό που η περιεκτικότητά τους σε άργυρο μειώθηκε από 94% επί Αλεξάνδρου Βάλα σε 65% κατά τον 1ο αι. π.Χ.3 Η σχετικά περιορισμένη παραγωγή μικρότερων αργυρών υποδιαιρέσεων ενδεχομένως να δικαιολογείται από τη συμπλήρωσή τους με μικρότερες ισότιμές τους υποδιαιρέσεις των λεγόμενων «διεθνών» νομισμάτων του Αλεξάνδρου Γ´ και του Λυσιμάχου, αλλά και με τη χρήση χάλκινων σελευκιδικών νομισμάτων στις καθημερινές συναλλαγές.4

Ευαριθμότερες είναι οι κοπές σε χρυσό νόμισμα, που πιθανόν διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο μεγάλης κλίμακας εμπόριο (ειδικά με την Ινδία) και λειτούργησε και ως εορταστικό/αναμνηστικό νόμισμα.5 Τα χάλκινα τέλος νομίσματα που έθεσαν σε κυκλοφορία οι Σελευκίδες λειτουργούσαν ως «πιστωτικά», η αξία τους δηλαδή καθοριζόταν από την εκδότρια αρχή. Έχει υποστηριχθεί ότι η αναλογία αργύρου-χαλκού στο σελευκιδικό κράτος κυμαινόταν μεταξύ 1:20 και 1:96 τον 3ο αι. π.Χ. και έφθασε το 1:60 το 2ο αι. π.Χ. Προφανώς και εδώ ίσχυε η γνωστή από καλύτερα τεκμηριωμένες περιοχές αναλογία, 1 αργυρή δραχμή = 6 οβολοί = 48 χαλκοί.6

4. Χωροχρονική κατανομή

Η κατανομή των νομισματικών «θησαυρών»7 με σελευκιδικές κοπές μάς επιτρέπει να προσδιορίσουμε σε ικανοποιητικό βαθμό τη λειτουργία των νομισμάτων στη σελευκιδική επικράτεια. H σχετικά περιορισμένη κατανομή των σελευκιδικών νομισμάτων στη Μικρά Ασία ειδικά κατά τη διάρκεια βασιλείας των τριών πρώτων εκπροσώπων της δυναστείας, του Σελεύκου Α´ (312-281 π.Χ.), του Αντιόχου Α´ (281-261 π.Χ.) και του Αντιόχου Β´ (261-246 π.Χ.), έχει αποδοθεί αφενός στην εκτεταμένη κυκλοφορία των τοπικής παραγωγής «διεθνών», αλεξάνδρειων και λυσιμάχειων, νομισματικών εκδόσεων και του ισχυρού περγαμηνού και ροδιακού νομίσματος, και αφετέρου στη σχετική αστάθεια της σελευκιδικής κυριαρχίας στην περιοχή κατά το β΄ μισό του 3ου αι. π.Χ. Παρόμοια φαινόμενα παρατηρούνται στη βόρεια Συρία και στην Κιλικία. Η δραματική τέλος πτώση που σημείωσε ο όγκος του σελευκιδικού νομίσματος που κυκλοφορούσε στη δυτική και τη νότια Μικρά Ασία μετά τη μάχη της Απάμειας (188 π.Χ.) και τη συνακόλουθη απώλεια της Μικράς Ασίας για τους Σελευκίδες έχει εν μέρει αποδοθεί στην προσπάθεια του ατταλιδικού βασιλείου και της Ρόδου να συγκροτήσουν κλειστά νομισματικά συστήματα στις σφαίρες επιρροής τους.8

Τον περιορισμένο αριθμό μικρότερων αργυρών υποδιαιρέσεων προφανώς συμπλήρωναν ισότιμες υποδιαιρέσεις «διεθνών» νομισμάτων, που κυκλοφορούσαν ευρέως στην περιοχή. Χάλκινα νομίσματα δε χρησιμοποιήθηκαν στις τοπικές αγορές πριν από την εποχή του Αντιόχου Α´. Τα παραπάνω στοιχεία μάς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι κοπές σε πολύτιμο μέταλλο στο όνομα των Σελευκιδών βασιλέων συμπλήρωναν το «διεθνές» νόμισμα που ήδη κυκλοφορούσε στην επικράτεια και προορίζονταν να καλύψουν τις δημοσιονομικές και στρατιωτικές ανάγκες του κράτους.

Ορισμένες «ειδικές» εναρκτήριες κοπές, αυτή των Σελευκιδικών «Αλεξάνδρων», δηλαδή μεταβατικών νομισμάτων με τους τύπους των νομισμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου αλλά με την επιγραφή και το βασιλικό τίτλο των εκάστοτε Σελευκιδών βασιλέων, και οι στατήρες με την απεικόνιση λεόντων και με ασταθές βάρος που κόπηκαν από το Σέλευκο Α´ στην περιοχή της Βαβυλώνας, στα Εκβάτανα και στα Σούσα εντάσσονται στα πρωιμότερα στάδια της διαδικασίας εκχρηματισμού της οικονομίας της σελευκιδικής επικράτειας.9 Τέλος, μετά την κατάκτηση και της Κοίλης Συρίας, κόπηκαν και νομίσματα στο λεγόμενο φοινικικό-πτολεμαϊκό σταθμητικό κανόνα,10 που είχε βάση το τετράδραχμο βάρους 14,2 γραμμαρίων.11

5. Συνολική αποτίμηση

Έχει γενικά υποστηριχθεί ότι στόχος των Σελευκιδών ήταν ο μέγιστος και γρηγορότερος δυνατός εκχρηματισμός της οικονομίας του σελευκιδικού βασιλείου, προκειμένου να εξοικονομήσουν τα απαιτούμενα αποθέματα αργύρου ώστε να καλύψουν τις δαπάνες τους, κυρίως τις στρατιωτικές. Μεγάλος αριθμός νομισματοκοπείων προμήθευσε τις αγορές με άφθονο νόμισμα κομμένο στον αττικό σταθμητικό κανόνα, συμπληρωματικά προς τα ευρείας αποδοχής «διεθνή» νομίσματα Αλεξάνδρου και Λυσιμάχου. Το γεγονός ότι σε περιοχές όπως η Κοίλη Συρία, όπου οι συναλλαγές διεξάγονταν σε νόμισμα κομμένο σε άλλο σταθμητικό κανόνα,12 στην προκειμένη περίπτωση στον πτολεμαϊκό-φοινικικό, δεν έγινε προσπάθεια επιβολής άλλου νομισματικού συστήματος προδίδει το χαλαρό νομισματικό έλεγχο στη σελευκιδική επικράτεια: προφανώς προείχε η διευκόλυνση των τοπικών συναλλαγών μάλλον παρά η διαμόρφωση ενός κράτους με ενιαίο νομισματικό σύστημα.

1. Αperghis, G.E.G., The Seleukid Royal Economy. The Finances and Financial Administration of the Seleukid empire (Diss., London 1999).

2. Ο αττικός σταθμητικός κανόνας είναι το σύστημα βαρών που έχει ως βάση το αργυρό τετράδραχμο, βάρους 17,2 γραμμαρίων.  Υποδιαιρέσεις του τετράδραχμου είναι η δραχμή 4,3 γραμμαρίων και ο οβολός 0,72 γραμμαρίων.  Τον αττικό σταθμητικό κανόνα είχαν υιοθετήσει η Αθήνα, η Εύβοια, η Χαλκιδική, η Σικελία, η Δήλος, η Κυρηναϊκή κ.λπ.

3. Αperghis, G.E.G., The Seleukid Royal Economy. The Finances and Financial Administration of the Seleukid Empire (Diss., London 1999), σελ. 213-215.

4. Αperghis, G.E.G., The Seleukid Royal Economy. The Finances and Financial Administration of the Seleukid Empire (Diss., London 1999), σελ. 215-216· Αperghis, M., “Population – Production – Taxation – Coinage. A Model for the Seleukid Economy”, στο Archibald, Z. – Davies, J.K. – Gabrielsen, V. – Oliver, G.J. (eds), Hellenistic Economies (London 2000), σελ. 69-102, ιδ. σελ. 90-102.

5. Eορταστικό-αναμνηστικό νόμισμα: το νόμισμα που κοβόταν με την ευκαιρία κάποιας εορτής ή κάποιου σημαντικού, στρατιωτικού ή άλλου, γεγονότος. Αperghis, G.E.G., The Seleukid Royal Economy. The Finances and Financial Administration of the Seleukid Empire (Diss., London 1999), σελ. 211-213.

6. Χαλκούς: χάλκινο νόμισμα. Αperghis, G.E.G., The Seleukid Royal Economy. The Finances and Financial Administration of the Seleukid Empire (Diss., London 1999), σελ. 216-220.

7. Θησαυρός (εύρημα): κλειστό νομισματικό σύνολο που μπορεί να συμπεριλαμβάνει νομισματικές εκδόσεις μίας ή περισσότερων εκδοτριών αρχών και που συνήθως διαλευκαίνει το χρονικό προσδιορισμό των εμπεριεχόμενων νομισματικών κοπών (με βάση το βαθμό φθοράς των νομισμάτων, καθώς και με άλλα κριτήρια).  Η ημερομηνία απόκρυψης των θησαυρών μπορεί συνήθως να προσδιοριστεί με βάση το χαμηλότερο χρονολογικά νόμισμα που συμπεριλαμβάνεται σε αυτούς.

8. Αperghis, G.E.G., The Seleukid Royal Economy. The Finances and Financial Administration of the Seleukid Empire (Diss., London 1999), σελ. 226.

9. Αperghis, G.E.G., The Seleukid Royal Economy. The Finances and Financial Administration of the Seleukid Empire (Diss., London 1999), σελ. 235-237.

10. Φοινικικός-πτολεμαϊκός σταθμητικός κανόνας: το σύστημα βαρών που είχε ως βάση το σέκελ 7 γραμμαρίων.  Το σύστημα αυτό περιλάμβανε πολλές υποδιαιρέσεις και πολλαπλάσια της βασικής μονάδας που έφταναν μέχρι τα 4 σέκελ.

11. Αperghis, G.E.G., The Seleukid Royal Economy. The Finances and Financial Administration of the Seleukid Empire (Diss., London 1999), σελ. 227-228.

12. Σταθμητικός κανόνας: μονάδα βάρους που μπορεί να ποικίλλει από περιοχή σε περιοχή, και κατ’ επέκταση το σύστημα βαρών που είναι βασισμένο σε αυτήν.

     
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>