Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Battle at the Straights of Andrasus, 960

Συγγραφή : Stouraitis Ioannis (10/12/2003)
Μετάφραση : Koutras Nikolaos

Για παραπομπή: Stouraitis Ioannis, "Battle at the Straights of Andrasus, 960",
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=7930>

Μάχη στα Στενά της Ανδρασού, 960 (17/3/2008 v.1) Battle at the Straights of Andrasus, 960 (10/4/2009 v.1) 

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

 

domestikos ton scholon
Commander of the regiment of scholae. The first officer with this title appears in 767/8. In the 10th C the domesticos became very powerful among the army of the themata; in mid-10th C the office was divided in two, domestikoi ton scholon of the East and those of the West, commanders in chief of the eastern and the western provinces´ army respectively.

emir
(from Arabic amir) Emir meaning "commander" or "general", later also "prince". Also a high title of nobility or office in some Turkic historical states.

 
 
 
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>