Άδαδα (Αρχαιότητα)

1. Γεωγραφικός εντοπισμός - Ταύτιση

Τα Άδαδα είναι αρχαία πόλη της Πισιδίας, βόρεια της Σέλγης και ανατολικά του ποταμού Κέστρου. Έχουν ταυτιστεί με τη θέση Karabavullu ή Karabavli,1 κοντά στο Sutculer, νότια της λίμνης Egridir. Κατά το 19ο αιώνα η θέση αυτή είχε ταυτιστεί λανθασμένα με μία άλλη, παρακείμενη πόλη της Πισιδίας, την Πεδνηλισσό. Η πρωιμότερη μαρτυρία της αρχαίας γραμματείας σχετικά με την πόλη είναι του γεωγράφου Αρτεμιδώρου από την Έφεσο, που τη διασώζει ο Στράβων, σύμφωνα με την οποία τα Άδαδα ανήκουν στις αρχαίες πόλεις της Πισιδίας.2 Ο γεωγράφος Πτολεμαίος επιβεβαιώνει την πληροφορία,3 ενώ η πόλη μνημονεύεται και σε μεταγενέστερες πηγές.4 Η ονομασία «Άδαδα» έχει πιθανότατα πισιδική ρίζα. Στις αρχαίες πηγές αναφέρονται και οι τύποι «Αδαδάτη»5 και «Οδάδα», που αποτελούν πιθανότατα παραφθορά της κύριας ονομασίας.

2. Ιστορία

Η ακριβής χρονολογία ίδρυσης της πόλης δεν είναι γνωστή. Τα υπάρχοντα όμως επιγραφικά και νομισματικά στοιχεία, σε συνδυασμό με τα σωζόμενα αρχαιολογικά κατάλοιπα, πιστοποιούν ότι ήδη κατά το 2ο αι. π.Χ. τα Άδαδα αποτελούσαν συγκροτημένο οικισμό με σαφή αστική οργάνωση.

Ήδη κατά την Ελληνιστική περίοδο, τα Άδαδα ήταν πόλη με σημαντικό πληθυσμό. Πολλοί μάλιστα εγκατέλειπαν την πόλη τους και μαζί με άλλους κατοίκους της Πισιδίας γίνονταν μισθοφόροι στην υπηρεσία των ελληνιστικών βασιλείων. Σε μερικούς από αυτούς ανήκουν επιτύμβιες στήλες που βρέθηκαν στον Αμαθούντα της Κύπρου και στη Σιδώνα της Φοινίκης. Επίσης κατά το 2ο αι. π.Χ., τα Άδαδα συμμάχησαν με την
Τερμησσό, με πιθανό στόχο να ανακόψουν την επεκτατική πολιτική της Σέλγης στην περιοχή.

Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, τα Άδαδα ήταν μια ακμάζουσα και εύρωστη πόλη με αξιοσημείωτη οικοδομική ανάπτυξη. Είναι ενδεικτικό ότι πολλοί από τους κατοίκους τιμώνται σε επιγραφές με τον τίτλο του κτίστη. Την ίδια εποχή πιστοποιείται και η τέλεση διάφορων εορτών. Μεταξύ αυτών ήταν τα Βάκχεια, που επιβίωσαν από την Ελληνιστική περίοδο, και τα Τύχεια, στα οποία προστέθηκε και η επωνυμία «Επινίκεια», σε ανάμνηση μιας σημαντικής για τους Αδαδείς νίκης κάποιου Ρωμαίου αυτοκράτορα κατά το 2ο ή τον 3ο αι. μ.Χ. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο, η πόλη αποτέλεσε
επισκοπή6 εξαρτώμενη από την Αντιόχεια.

3. Νομισματοκοπία και λατρείες

Τα Άδαδα έκοψαν πρώτη φορά νόμισμα κατά την Ύστερη Ελληνιστική περίοδο. Οι πρώτες αυτές αυτόνομες κοπές τοποθετούνται στον 1ο αι. π.Χ. Οι αυτοκρατορικές κοπές ξεκίνησαν επί Τραϊανού (98-117) και σταμάτησαν επί Βαλεριανού και Γαλλιηνού (253-268). Από τους εικονογραφικούς τύπους των νομισμάτων συνάγεται ότι λατρεύονταν στην πόλη ο Δίας, ο Διόνυσος, ο Ηρακλής, οι Διόσκουροι, η Άρτεμις Περγαία, η Αθηνά, ο Ασκληπιός και η Υγεία. Επιπλέον, δύο ναοί προς τιμήν των αυτοκρατόρων, όπου στον ένα συλλατρευόταν η Αφροδίτη και στον άλλο ο Δίας Σάραπις, καθώς και ένα τραϊάνειο, πιστοποιούν και την τέλεση αυτοκρατορικής λατρείας.

4. Οικιστική οργάνωση του αρχαίου οικισμού

Τα Άδαδα βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή της κοιλάδας του ποταμού Κέστρου. Στην περιοχή αυτή δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα συστηματική ανασκαφική έρευνα. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα είναι αρκετά εκτεταμένα και πλησιάζουν σε κλίμακα εκείνα της γειτονικής Κρήμνας. Ο ποταμός οριοθετούσε ως φυσικό σύνορο την επικράτεια των δύο αυτών πόλεων.

Η ελληνιστική πόλη ήταν χτισμένη πάνω σε ύψωμα και προστατευόταν από τείχος με ιδιαίτερα επιμελημένη τοιχοποιία. Τμήματα του αμυντικού αυτού περιβόλου διατηρούνται σε καλή κατάσταση ακόμη και σήμερα. Γύρω από την ακρόπολη το τείχος διακοπτόταν από αμυντικούς πύργους. Η οχυρωματική αυτή διάταξη έχει εφαρμοστεί και σε άλλες πόλεις της Πισιδίας και της
Παμφυλίας, όπως στην Πέργη, στη Σίδη, στη Σία και στην Πεδνηλισσό. Το τείχος των Αδάδων χρονολογείται μεταξύ 2ου και 1ου αι. π.Χ.

Κατά την Αυτοκρατορική περίοδο, χτίστηκαν στην πόλη αξιόλογα σε μέγεθος δημόσια οικοδομήματα. Μεταξύ αυτών είναι άξια μνείας ένας ναός προς τιμήν της Αφροδίτης και των αυτοκρατόρων, άλλος προς τιμήν του Διός Σαράπιδος και των αυτοκρατόρων, ένα τραϊάνειο και ένα
γυμνάσιο. Ενδιαφέρουσα είναι η αγορά, που είχε διπλή λειτουργία: ήταν χώρος πολιτικών συναθροίσεων και συνέδεε την κάτω πόλη με την ακρόπολη. Η σύνδεση αυτή γινόταν μέσω μιας μεγάλης κλίμακας λαξευμένης σε βράχο στα ανατολικά του ανοιχτού αυτού χώρου. Τα σκαλοπάτια χρησίμευαν και ως έδρανα για τις συγκεντρώσεις των πολιτών. Ανάλογα παραδείγματα της χωροταξικής αυτής διάταξης απαντούν στη Σία της Πισιδίας κατά την ίδια περίοδο, αλλά και πολύ νωρίτερα στον ελλαδικό χώρο.7

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ένα ελληνιστικό τριώροφο οικοδόμημα με άγνωστη χρήση που συνδέεται με την αγορά. Θυμίζει ένα επίσης τριώροφο οικοδόμημα εμπορικής χρήσης στην Πεδνηλισσό, που σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση. Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, έγιναν εκτεταμένες επισκευές του υπάρχοντος οδικού δικτύου, ενώ κατασκευάστηκαν και νέοι δρόμοι. Έχουν βρεθεί, μάλιστα, και τα κατάλοιπα του δρόμου που συνέδεε την πόλη με την Κρήμνα.



1. H θέση αυτή απαντά και ως “Karabaulo” στους πρώιμους περιηγητές.

2. Στράβ. 12.570.

3. Πτολ., Γεωγρ. 5.5.8.

4. Ιεροκλ., Συνέκδ. 674.4.

5. Στράβ. 12.570.

6. Ως επισκοπή η πόλη αναφέρεται στους επισκοπικούς καταλόγους. Βλ. σχετικά Darrouzes, J., Notitiae episcopaatum Ecclesiae Constantinopolitanae (Paris 1981), I 424, III 377, VII 203, VIII 479, IX 387, X 491, XIII 341.

7. Πρόκειται για τις Δρήρο και Λατώ στην Κρήτη, καθώς και το Άργος στην Πελοπόννησο.