Άρτεμις Εφεσία (Άγαλμα)

1. Εισαγωγή

Το 550-540 π.Χ., με την ευκαιρία της ανέγερσης του Αρτεμισίου της Εφέσου από το Λυδό βασιλιά Κροίσο, πρέπει να παραγγέλθηκε στο γλύπτη Ένδοιο το πρώτο ξύλινο λατρευτικό άγαλμα της Εφεσίας Αρτέμιδος. Για το άγαλμα αυτό που δε σώζεται σήμερα έχουμε πολύ λίγα στοιχεία. Τα 69 ολόγλυφα αντίγραφα του τύπου της Εφεσίας Αρτέμιδος, γνωστής και ως «Multimammia», που έχουν διατηρηθεί ως τις μέρες μας είναι σχεδόν όλα μεταγενέστερα της βασιλείας του Αδριανού (117-138 μ.Χ.) και ανάγονται μάλλον σε ένα ελληνιστικό πρωτότυπο έργο.1 H μελέτη των νομισμάτων έδειξε ότι το έργο αυτό δεν πρέπει να ήταν παλαιότερο του 3ου αι. π.Χ.2 Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται επομένως είναι να δούμε σε ποιο βαθμό αυτό το ελληνιστικό πρωτότυπο έργο διατήρησε την ανάμνηση του αρχαϊκού αγάλματος.

2. Υλικό και τεχνική κατασκευής

Όσον αφορά το υλικό κατασκευής, αν και οι αρχαίες πηγές διαφωνούν για το ακριβές είδος του ξύλου που χρησιμοποιήθηκε, υπάρχει τουλάχιστον ομοφωνία ότι το αρχαϊκό λατρευτικό άγαλμα της Εφεσίας Αρτέμιδος ήταν ξύλινο. Ο Πλίνιος3 αναφέρει ότι υπήρχε ήδη στην εποχή του διχογνωμία όσον αφορά το είδος του ξύλου από το οποίο ήταν φτιαγμένο το άγαλμα. Κάποιοι θεωρούσαν ότι ήταν εβένινο, αλλά ο Μουκιανός, τρεις φορές ύπατος της Εφέσου, έλεγε ότι ήταν φτιαγμένο από ξύλο κληματαριάς και ότι δεν είχε υποστεί αλλοιώσεις στη διάρκεια των επτά αναστηλώσεων του Αρτεμισίου. Ο Πλίνιος χρησιμοποιεί πάλι το Μουκιανό ως πηγή του όταν αναφέρει τον Ένδοιο ως δημιουργό του αγάλματος και όταν διηγείται τη συνήθεια να χύνεται λάδι στους αρμούς του αγάλματος ώστε να διατηρεί το ξύλο την υγρασία του και να μην κινδυνεύουν να ανοίξουν οι αρμοί. Τέλος, ο Πλίνιος εκφράζει την έκπληξή του ότι υπάρχουν αρμοί σε ένα άγαλμα τόσο περιορισμένων διαστάσεων, που θα έπρεπε κανονικά να έχει λαξευτεί σε ένα μόνο κομμάτι ξύλου. Η σύγχυση σχετικά με το υλικό του αρχαϊκού αγάλματος της Εφεσίας Αρτέμιδος αυξάνεται από άλλες αρχαίες πηγές. Ο Ξενοφώντας4 αναφέρει ότι κατασκεύασε ένα αντίγραφο του Αρτεμισίου για το ιδιωτικό του ιερό στο Σκιλλούντα της Ήλιδας και ότι μέσα στο ναό τοποθέτησε ένα αντίγραφο του αγάλματος της θεάς φτιαγμένο από ξύλο κυπαρισσιού, αν και, όπως λέει ο ίδιος, το πρωτότυπο ήταν χρυσό. Ο Ξενοφώντας εννοεί μάλλον ότι το άγαλμα ήταν επιχρυσωμένο παρά ότι ήταν φτιαγμένο από συμπαγή χρυσό. Ο Βιτρούβιος5 τέλος αναφέρει ότι το άγαλμα της Εφεσίας Αρτέμιδος είχε κατασκευαστεί από κέδρο, ένα άφθαρτο ξύλο.

3. Δημιουργός και χρονολόγηση

Εκτός από τον Πλίνιο,6 η μόνη άλλη αρχαία πηγή που αναφέρει τον Ένδοιο ως δημιουργό του λατρευτικού αγάλματος της Εφεσίας Αρτέμιδος είναι ο απολογητής φιλόσοφος του 2ου αι. μ.Χ. Αθηναγόρας.7 Μάλιστα, επειδή ο Αθηναγόρας αναφέρει το άγαλμα της Εφέσου μαζί με ένα καθιστό άγαλμα Αθηνάς στην Αθήνα, επίσης έργο του Ένδοιου, κάποιοι ερευνητές συμπεραίνουν ότι και το άγαλμα της Άρτεμης ήταν ίσως καθιστό.8

Η χρονολογία κατασκευής του πρωτότυπου αγάλματος της Εφεσίας Αρτέμιδος δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Οι φιλολογικές, επιγραφικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες επιτρέπουν τη χρονολόγησή του τόσο στον ύστερο 7ο όσο και όσο και στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Η πληροφορία του Πλίνιου και του Αθηναγόρα ότι δημιουργός του αγάλματος ήταν ο Ένδοιος αποτελεί ένα στοιχείο χρονολόγησης. Είναι γνωστό ότι ο γλύπτης αυτός ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στην Ιωνία περίπου στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. και παρέμεινε ενεργός μέχρι το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, όταν τον βρίσκουμε να εργάζεται στην Αττική. Μια χρονολόγηση του αγάλματος της Εφεσίας Αρτέμιδος στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. αντιστοιχεί άλλωστε και στη χρονολογία ανέγερσης του Αρτεμισίου από τον Κροίσο.9 Επίσης, κατά τις βρετανικές ανασκαφές των αρχών του 19ου αιώνα στην Έφεσο, βρέθηκε μέσα στο σηκό του ναού και στον ίδιο άξονα με αυτόν μια κατασκευή, η λεγόμενη από τους ανασκαφείς «κεντρική βάση», μέσα και γύρω από την οποία βρέθηκε ο διάσημος θησαυρός των 93 πρώιμων λυδικών νομισμάτων και των πολυάριθμων αναθημάτων από χρυσό, ελεφαντόδοντο, πηλό και χαλκό. Η κατασκευή αυτή έχει απλό ορθογώνιο σχήμα (4,34x2,86 μ.) και είναι φτιαγμένη από πέντε στρώσεις πράσινου σχιστόλιθου πάνω σε θεμέλιο από πλάκες κίτρινου ασβεστόλιθου, με συμπαγή πυρήνα. Η κατασκευή χρονολογείται περίπου στο 560 π.Χ. και έχει μεγάλες πιθανότητες να είναι η βάση του λατρευτικού αγάλματος της Άρτεμης μέσα στο ναό της.10 Υπάρχουν ωστόσο στοιχεία που συνηγορούν υπέρ μιας αρκετά πρωιμότερης χρονολόγησης. Σύμφωνα με τον Ύμνο στην Άρτεμη του ποιητή Καλλίμαχου,11 φαίνεται ότι ένα λατρευτικό άγαλμα της Άρτεμης υπήρχε από πολύ παλιά στην Έφεσο. Ο ποιητής αναφέρει ότι οι Αμαζόνες έστησαν το άγαλμα αυτό στην Έφεσο κάτω από μια βελανιδιά και εκτέλεσαν γύρω από αυτό πολεμικό χορό. Αργότερα χτίστηκε και ιερό γύρω από το άγαλμα. Στις Πράξεις των Αποστόλων12 το λατρευτικό άγαλμα της Εφεσίας Αρτέμιδος λέγεται ότι στάλθηκε από το Δία, συνήθης ερμηνεία για την προέλευση παλιών ξόανων. Ο Στράβων13 αναφέρει ότι, όταν οι Φωκαείς ήταν έτοιμοι να αποπλεύσουν από την Ιωνία για να ιδρύσουν την αποικία της Μασσαλίας, ένας χρησμός τους υπαγόρευσε να πάρουν μαζί τους ένα αντίγραφο του αγάλματος της Εφεσίας Αρτέμιδος.14 Στη συνέχεια, ο Στράβων15 αναφέρει ότι το ξόανο της Άρτεμης στο λόφο του Αβεντίνου στη Ρώμη ήταν αντίγραφο του αγάλματος αυτού στη Μασσαλία.

Η παραδοσιακή χρονολόγηση της ίδρυσης της αποικίας της Μασσαλίας από τους Φωκαείς είναι το 600 π.Χ. Γνωρίζουμε ωστόσο και ένα δεύτερο κύμα αποίκων από τη Φώκαια περί το 540 π.Χ. Στις νεότερες ανασκαφές των Αυστριακών στην περιοχή του μεταγενέστερου βωμού της Άρτεμης στα δυτικά του ελληνιστικού ναού, αποκαλύφθηκε ένας ναΐσκος των μέσων του 7ου αι. π.Χ. όπου θα ήταν στημένο ένα άλλο πρωιμότερο λατρευτικό άγαλμα της Αρτέμιδος Εφεσίας ή μιας αντίστοιχης ανατολικής θεότητας της φύσης.16 Την ύπαρξη στο ιερό ανθρωπόμορφων αγαλμάτων του 7ου αι. π.Χ. μαρτυρούν επίσης ανθρώπινα μέλη από ελεφαντόδοντο που βρέθηκαν στις πρόσφατες ανασκαφές,17 ενώ υπάρχουν στοιχεία και για την ύπαρξη ενός ακόμη πρωιμότερου ξόανου των Γεωμετρικών χρόνων (8ος αι. π.Χ.).18 Τα μορφολογικά και διακοσμητικά στοιχεία του τύπου της Αρτέμιδος Εφεσίας που μπορούν να αναχθούν στην Αρχαϊκή περίοδο, δηλ. η στάση, το μικρό μέγεθος, το ξύλο ως υλικό κατασκευής, ο πόλος στο κεφάλι, το επίβλημα και ο επενδύτης, είναι συμβατά με μια χρονολόγηση του πρωτότυπου αγάλματος στον ύστερο 7ο αι π.Χ. Ένα κοντινό παράλληλο για τα ενδύματα, τα κοσμήματα και τη στάση της Εφεσίας Αρτέμιδος ήταν το ξόανο του Δία στα Λάβρανδα της Καρίας, ένα άγαλμα που χρονολογείται στον 7ο αι. π.Χ.19 Έχει υποστηριχτεί ότι ο Ένδοιος δεν έφτιαξε παρά ένα ακριβές αντίγραφο ενός ήδη υπάρχοντος λατρευτικού αγάλματος του 7ου αι. π.Χ. και ότι τα μεταγενέστερα αντίγραφα αντανακλούν στοιχεία τόσο του πρωτότυπου αγάλματος του 7ου αι. π.Χ. όσο και του αντιγράφου του Ένδοιου.20

Πάντως, η συνέπεια των αρχαίων πηγών όσον αφορά την ύπαρξη ενός και μόνου λατρευτικού αγάλματος της Εφεσίας Αρτέμιδος αποκλείει την ταυτόχρονη ύπαρξη δύο τέτοιων αγαλμάτων, ενός του 7ου και ενός των μέσων του 6ου αι. π.Χ.

4. Μορφή και τελετουργίες

Έχει υποστηριχτεί ότι το αρχαϊκό λατρευτικό άγαλμα της Εφεσίας Αρτέμιδος ήταν καθιστό, δεδομένης της εξειδίκευσης του δημιουργού του σε αυτό τον αγαλματικό τύπο. Επομένως, το όρθιο ελληνιστικό άγαλμα που απηχούν τα ρωμαϊκά αντίγραφα της Εφεσίας Αρτέμιδος θα ήταν εντελώς διαφορετικό.21 Ο Πλίνιος22 ωστόσο μας πληροφορεί ότι το ξύλινο άγαλμα της Εφεσίας Αρτέμιδος παρέμεινε αναλλοίωτο μετά από επτά αναστηλώσεις του ναού. Είναι συνεπώς λογικό να υποθέσουμε ότι το άγαλμα που αντιγράφηκε τόσες φορές στα Ρωμαϊκά χρόνια ήταν στον πυρήνα του το ίδιο το αρχαϊκό ξόανο: ένα πολύ απλό, μικρότερο του φυσικού μεγέθους, όρθιο ξύλινο ανθρωπόμορφο άγαλμα. Έχει μάλιστα υποστηριχτεί ότι τα ρωμαϊκά αντίγραφα της Εφεσίας Αρτέμιδος είχαν βασιστεί σε ένα αρχαϊκό πρωτότυπο έργο, στο οποίο στα Ελληνιστικά χρόνια προστέθηκε ένας πλούσιος διάκοσμος, που σταθεροποιήθηκε στα Ρωμαϊκά χρόνια. Τα ρωμαϊκά αντίγραφα του τύπου της Εφεσίας Αρτέμιδος απηχούν επομένως στοιχεία από την Αρχαϊκή εποχή ως το 2ο αι. μ.Χ.23

Μια άλλη ένδειξη ότι τα ρωμαϊκά αντίγραφα της Εφεσίας Αρτέμιδος εικονίζουν ένα ξύλινο πρωτότυπο έργο είναι το γεγονός ότι πολλά από τα μαρμάρινα αυτά αντίγραφα έχουν το πρόσωπο και τα άκρα λαξευμένα σε σκουρότερο υλικό από ό,τι τα ενδύματα, ως απομίμηση του προσώπου και των άκρων του ξύλινου πρωτοτύπου. Επίσης, η συντριπτική πλειονότητα των ρωμαϊκών αντιγράφων της Εφεσίας Αρτέμιδος είναι μικρότερα του φυσικού μεγέθους, όπως ήταν και το αρχαϊκό ξόανο σύμφωνα με τον Πλίνιο.
Αν και οι συγκεκριμένες διακοσμητικές λεπτομέρειες των ρωμαϊκών αντιγράφων της Εφεσίας Αρτέμιδος δεν μπορούν να αναχθούν όλες στην Αρχαϊκή εποχή, ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της στάσης και του διάκοσμου δεν πρέπει να διέφεραν πολύ από την εμφάνιση του αρχαϊκού ξόανου. Η απουσία χαρακτηριστικού συμβόλου, η στάση των πήχεων, που είναι τεντωμένοι μπροστά στο ύψος των αγκώνων, και η άκαμπτη στάση του κατώτερου τμήματος του σώματος με τα κολλημένα πόδια βρίσκουν ακριβή παράλληλα στην αρχαϊκή πλαστική. Ο πόλος και το επίβλημα που καλύπτει το πίσω μέρος της κεφαλής είναι επίσης χαρακτηριστικά της αρχαϊκής γλυπτικής, αν και ο πόλος του αρχαϊκού αγάλματος της Εφεσίας Αρτέμιδος θα πρέπει να ήταν ψηλότερος και να έφερε διακόσμηση σε μετόπες όπως αυτός που φορά ένα αγαλματίδιο Ήρας του 7ου αι. π.Χ. από το Ηραίο της Σάμου. Ο επενδύτης, δηλαδή το στενό ένδυμα που περιβάλλει τα πόδια του αγάλματος και είναι διακοσμημένο στα ρωμαϊκά αντίγραφα με φανταστικά ανάγλυφα ζώα μέσα σε ορθογώνια πλαίσια, σε ένα αρχαϊκό ξόανο θα είχε μάλλον τη μορφή μιας σφυρήλατης χρυσής επένδυσης, διακοσμημένης με έκτυπα μυθικά τέρατα σε μετόπες. Οι πολυσυζητημένοι «μαστοί» των ρωμαϊκών αντιγράφων της Εφεσίας Αρτέμιδος ενδέχεται να αποτελούν παρερμηνεία κάποιου ενδύματος ή θωρακικού καλύμματος ή, όπως έχει υποστηριχθεί αρκετά πειστικά τελευταία, να είναι όρχεις ταύρων, σύμβολα γονιμότητας και αναγέννησης, που είχαν κρεμαστεί πάνω στο άγαλμα.24 Τέτοιοι «μαστοί» εμφανίζονται ήδη από τον 4ο αι. π.Χ. σε μια απεικόνιση του Κάριου Δία Λάβρανδου σε ανάγλυφο από την Τεγέα της Αρκαδίας που χρονολογείται στο 351-344 π.Χ.25 Αν και μια αρχαϊκή προέλευση αυτού του μοτίβου δεν μπορεί να αποδειχτεί, πάντως δεν αποκλείεται κιόλας. Με βάση την ποικιλία στα ενδύματα και στα κοσμήματα που παρουσιάζουν τα ρωμαϊκά αντίγραφα της Εφεσίας Αρτέμιδος, είναι φανερό ότι το πρότυπο των αντιγράφων αυτών ήταν ένα άγαλμα που φορούσε αληθινά και εναλλασσόμενα ενδύματα και κοσμήματα, δηλαδή ένα ξόανο.26

Μια επιγραφή του 1ου αι. π.Χ. αναφέρει μια πομπή που λάμβανε χώρα στην Έφεσο προς τιμήν της Εφεσίας Αρτέμιδος. Στην πομπή συμμετείχαν άνθρωποι που μετέφεραν διάφορα πράγματα, αλάτι (αλοφόρος), σέλινο (σελινοφόρος), ύφασμα (σπειροφόρος), κοσμήματα (κοσμοφόρος), καθώς και ένας τραγουδιστής (μόλπος).27 Τα στοιχεία αυτά, κυρίως το αλάτι και το άγριο σέλινο, συνδέουν αυτή την πομπή με μια γιορτή προς τιμήν της θεάς, που ονομαζόταν Δαιτίς.28 Η τελετουργία είχε ξεκινήσει ως παιχνίδι της Κλυμένης, κόρης ενός μυθικού βασιλιά της Εφέσου, και των φιλενάδων της, που ετοίμασαν για τη θεά ένα κρεβάτι από σέλινο και χόρτα και ένα γεύμα από αλάτι. Το γεύμα αυτό το πρόσφεραν στο άγαλμα της Άρτεμης, το οποίο είχαν μεταφέρει στην ακτή. Η θεά ζήτησε τότε να επαναλαμβάνεται αυτή η γιορτή μία φορά το χρόνο. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν μάλιστα ότι πριν από το ιερό γεύμα το άγαλμα της Άρτεμης πλενόταν ή εξαγνιζόταν στη θάλασσα. Αυτός ο καθαρισμός γινόταν μάλλον έπειτα από θυσία ταύρων, κατά την οποία κρεμούσαν ματωμένους όρχεις πάνω στο λατρευτικό άγαλμα.29



1. Η βασική μελέτη για το λατρευτικό άγαλμα της Αρτέμιδος Εφεσίας, με πλήρη κατάλογο των αντιγράφων, είναι αυτή του Fleischer, R., Artemis von Ephesos und verwandte Kultstatuen aus Anatolien und Syrien (Leiden 1973), σελ. 1-137. Βλ. επίσης Romano, I.B., Early Greek Cult Images (Diss. Pennsylvania 1980, Ann Arbor 1982), σελ. 236-249. Fleischer, R., “Artemis Ephesia”, LIMC 2.1 (Zürich-München 1984), σελ. 755-763.

2. Lacroix, L., Les reproductions de statues sur les monnaies grecques. La statuaire archaique et classique (Liège 1949), σελ. 176-192.

3. Plin., HN 16.79.

4. Ξεν., Αν. 5.3.12.

5. Vitruv. 2.9.13.

6. Plin., HN 16.79.

7. Αθηναγ. 17.4.

8. Hogarth, D.G., Excavations at Ephesus. The Archaic Artemisia (London 1908) σελ. 336.

9. Viviers, D., Recherches sur les ateliers de sculpteurs et la Cite d’Athènes a l’époque archaïque. Endoios, Philergos, Aristokles (Bruxelles 1992), σελ. 58-62, 154-155.

10. Για τη βάση του αγάλματος, το θησαυρό και τη χρονολόγησή του, βλ. Hogarth, D.G., Excavations at Ephesus. The Archaic Artemisia (London 1908)· Jacobstahl, P., “The Date of the Ephesian Foudantion Deposit”, JHS 71 (1951), σελ. 85-95· Robinson, E.S.G., “Coins from the Ephesian Artemision Reconsidered”, JHS 71 (1951), σελ. 156-167· Price, M. – Waggoner, N., Archaic Greek Coinage. The Asyut Hoard (London 1975), σελ. 123· Kraay, C.M., Archaic and Classical Greek Coins (Berkeley 1976), σελ. 20.

11. Καλλ., Αρτ. 240-241.

12. Πράξ. Αποστ. 19.35.

13. Στράβ. 4.1.4.

14. Ο Seltman, C., “The Wardrobe of Artemis”, NC 12 (1952), σελ. 33-51, πρότεινε μάλιστα ότι ο ίδιος ο Ένδοιος έφτιαξε το ξύλινο αντίγραφο που πήραν οι Φωκαείς στη Μασσαλία.

15. Στράβ. 4.1.5.

16. Bammer, A., Das Heiligtum der Artemis von Ephesos (Graz 1984)· Bammer, A. – Muss, U., Das Artemision von Ephesos (Mainz am Rhein 1996).

17. Radner, K., “Kompositstatuen vom Typus der Ephesia aus dem vorkroisoszeitlichen Heiligtum. Zur Herstellung und Pflege von Götterstatuen im ostlichen Mittelmeerraum und im Vorderen Orient im frühen ersten Jahrtausend”, στο Muss, U. (επιμ.), Der Kosmos der Artemis von Ephesos (Wien 2001), σελ. 233-263.

18. Muss, U., “Zur Dialektik von Kultstatuen und Statuetten im Artemision von Ephesos”, στο Friesinger, H. – Krinzinger, F. (επιμ.), 100 Jahre Österreichische Forschungen in Ephesos, Akten des Symposions, Wien 1995 (Wien 1999), σελ. 597-603.

19. Fleischer, R., Artemis von Ephesos und verwandte Kultstatuen aus Anatolien und Syrien (Leiden 1973), σελ. 310-324.

20. Fleischer, R., Artemis von Ephesos und verwandte Kultstatuen aus Anatolien und Syrien (Leiden 1973), σελ. 127.

21. Hogarth, D.G., Excavations at Ephesus. The Archaic Artemisia (London 1908) p. 336. Karwiese, St., “Ephesos”, RE Suppl. 12 (Stuttgart 1970) στήλη 316.

22. Plin. HN. 16.79.

23. Fleischer, R., Artemis von Ephesos und verwandte Kultstatuen aus Anatolien und Syrien (Leiden 1973). Fleischer, R., “Neues zum Kultbild der Artemis von Ephesos”, στο H. Friesinger, F. Krinzinger (επιμ.), 100 Jahre Österreichische Forschungen in Ephesos, Akten des Symposions, Wien 1995 (Wien 1999) σελ. 605-609.

24. Για την ερμηνεία αυτών των «μαστών», βλ. Seiterle, G., «Artemis. Die grosse Göttin von Ephesos. Eine neue Deutung der ‘Vielbrüstigkeit’ eröffnet einen Zugang zum bisher unbekannten Kult der Göttin», AW 10.3 (1979) σελ. 3-16. Portefaix, L., “The Image of Artemis Ephesia – A Symbolic Configuration Related to her Mysteries?, στο H. Friesinger, F. Krinzinger (επιμ.), 100 Jahre Österreichische Forschungen in Ephesos, Akten des Symposions, Wien 1995 (Wien 1999) σελ. 611-617. Morris, S.P., The Prehistoric Background of Artemis Ephesia. A Solution to the Enigma of her Breasts?, στο U. Muss., (επιμ.), Der Kosmos der Artemis von Ephesos (Wien 2001) σελ. 135-151.

25. Fleischer, R., Artemis von Ephesos und verwandte Kultstatuen aus Anatolien und Syrien (Leiden 1973) σελ. 311, Κ3, πίν. 138.

26. Fleischer, R., “Neues zum Kultbild der Artemis von Ephesos”, στο H. Friesinger, F. Krinzinger (επιμ.), 100 Jahre Österreichische Forschungen in Ephesos, Akten des Symposions, Wien 1995 (Wien 1999) σελ. 605-609.

27. Heberdey, R., “Vorläufiger Bericht über die Grabungen in Ephesos 1902/3 ”, JÖAI 7 (1904), Beiblatt, στήλη 44. Άλλες αναφορές για τον «κόσμο» της θεάς έχουμε σε μια επιγραφή ρωμαϊκών χρόνων (CIG II 2963 c, γραμμές 7-8) και στον Δίων Χρ. 31.54.

28. Etymologicum Magnum, βλ. λ. Δαιτίς. R. Heberdey, “Δαιτίς : Ein Beitrag zum ephesischen Artemiskult”, JÖAI 7 (1904) σελ. 210-215.

29. Picard, Ch., Ephèse et Claros. Recherches sur les sanctuaires et les cultes de l’Ionie du Nord (Paris 1922) σελ. 315-316. Seiterle, G., «Artemis. Die grosse Göttin von Ephesos. Eine neue Deutung der ‘Vielbrüstigkeit’ eröffnet einen Zugang zum bisher unbekannten Kult der Göttin», AW 10.3 (1979) σελ. 16. Romano, I.B., Early Greek Cult Images and Cult Practices, στο R. Hägg, N. Marinatos, G. Nordquist (επιμ.), Early Greek Cult Practice. Proceedings of the fifth International Symposium at the Swedish Institute at Athens, 26-29, June, 1986 (Stockholm 1988) σελ. 127-134