Έφεσος (Αρχαιότητα), Πύλες Λιμανιού

1.Θέση

Το λιμάνι της Εφέσου βρίσκεται στο δυτικό άκρο της πόλης και έλαβε τη μνημειακή μορφή που γνωρίζουμε σήμερα στις αρχές του 2ου αι. μ.Χ. Τότε, στο γενικότερο πλαίσιο της ανοικοδόμησης της πόλης, κατασκευάστηκε η μαρμαροστρωμένη προκυμαία πλάτους 10 μ. που περιτρέχει το λιμένα. Στην προκυμαία αυτή απέληγαν, ερχόμενοι από τα ανατολικά, σημαντικοί δρόμοι του πολεοδομικού ιστού [εικ. 1]. Η πρόσβαση από την πόλη προς την προκυμαία γινόταν από τρεις μνημειακές πύλες.1

Η νοτιότερη από τις πύλες (αρ. 88) του λιμανιού της Εφέσου βρίσκεται στη δυτική απόληξη του δρόμου που κατέρχεται από το θέατρο (αρ. 75), παράλληλα προς την Αρκαδιανή οδό, με κατεύθυνση Α–Δ. Ο δρόμος αυτός τεμνόταν λοξά από την προκυμαία του λιμανιού, γεγονός που συνέβαλε στην επιλογή του ιδιόρρυθμου αρχιτεκτονικού σχεδιασμού της πύλης.

Περίπου 40 μ. βορειότερα ορθωνόταν κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο η μεσαία πύλη (αρ. 87) του λιμανιού ως απόληξη της Αρκαδιανής οδού (αρ. 83), που επίσης κατερχόταν από ανατολικά και το θέατρο. Η οδός αυτή κατά την Όψιμη Αρχαιότητα ανακαινίστηκε πλήρως επί αυτοκράτορα Αρκαδίου. Στο χώρο πίσω από τη μεσαία πύλη η προκυμαία ήταν στρωμένη στο μεγαλύτερο τμήμα του πλάτους της με απλές πέτρες.

Σε απόσταση 100 μ. από τη μεσαία πύλη εντοπίστηκαν τα ερείπια και μιας τρίτης πύλης (αρ. 89), της βορειότερης στο λιμάνι, στο τέρμα του δρόμου από το γυμνάσιο(αρ. 93) και τις θέρμες του λιμανιού(αρ. 92). Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι η βόρεια αυτή πύλη βρίσκεται σχεδόν πάνω στην προέκταση του άξονα του γυμνασίου, γεγονός που υποδεικνύει ότι κατά την κατασκευή της ελήφθη υπόψη ο συγκεκριμένος τοπογραφικός συσχετισμός.

2. Αρχιτεκτονικός σχεδιασμός

2.1. Νότια πύλη

Η νότια πύλη2 έχει τη μορφή διώροφης ανοιχτής στοάς με ιδιόμορφη κάτοψη. Ο 1ος όροφος έχει αποκατασταθεί με μεγάλη ασφάλεια, η μορφή του 2ου όμως είναι πολύ υποθετική, δεδομένου ότι δεν εντοπίστηκαν πολλά κατάλοιπά του. Το μνημείο σώζεται σε ικανοποιητικό βαθμό ως το επίπεδο του στυλοβάτη. Στην κάτοψή του ήταν τραπεζιόσχημο, με την ιδιομορφία ότι η κύρια, ανατολική πλευρά του ήταν καμπύλη. Η μεγαλύτερη, δυτική όψη, που ήταν στραμμένη προς το λιμάνι και ακολουθούσε σχεδόν παράλληλα τον άξονα της προκυμαίας, φθάνει τα 14,36 μ. Από την άλλη, η ανατολική πλευρά, που «έβλεπε» προς τη μεριά της πόλης, εδραζόταν πάνω σε τόξο με μήκος χορδής 12,50 μ. Οι υπόλοιπες δύο πλευρές του μνημείου, η νότια και η βόρεια, έχουν μήκος 11,63 και 4,90 μ. αντίστοιχα.

Για την οικοδόμηση του κτηρίου χρησιμοποιήθηκε μάρμαρο – τουλάχιστον στα ορατά σημεία. Η κρηπίδα πάνω στην οποία ορθωνόταν το μνημείο ήταν βαθμιδωτή μόνο στη δυτική πλευρά. Μάλιστα εδώ οι αναβαθμοί διακόπτονται από τις προβολές του στυλοβάτη πάνω στις οποίες εντοπίστηκαν αντίστοιχα έξι βάθρα πεσσών [εικ. 2, βάθρα Ι, IV, VII, IX, XI, XII]. Ισάριθμα βάθρα στηριγμάτων της ανωδομής, τοξοειδώς διατεταγμένα, αποκαλύφθηκαν και στην ανατολική πλευρά του μνημείου [εικ. 2, βάθρα III, VI, VIII, X, XII, XIV]. Δύο επιπλέον στύλοι, ένας πεσσός και ένας κίονας [εικ. 2, βάθρα ΙΙ και V], ήταν τοποθετημένοι στη σχετικά μακρά νότια πλευρά. Επίσης το βάθρο ενός ακόμα πεσσού [εικ. 2, βάθρο XV] εντοπίστηκε σε άμεση σχέση με το όλο μνημείο ακριβώς στα βόρειά του, χωρίς ωστόσο να υπάρχει συγκεκριμένη πρόταση ερμηνείας για την παρουσία του εκεί.3 Όλοι λοιπόν οι στύλοι του μνημείου εδράζονταν πάνω σε βάθρα, η μορφή των οποίων φανερώνει και τον τύπο των στηριγμάτων. Τις δύο μακρές πλευρές του κτηρίου όριζαν πεσσοί, στην κύρια όψη των οποίων σχηματιζόταν ένας ημικίονας. Ενδιαμέσως και εκατέρωθεν του κεντρικού ζεύγους κιόνων στην ανατολική πλευρά διατάσσονταν δύο ρομβοειδείς πεσσοί, αντίστοιχοι με τους τέσσερις πεσσούς της δυτικής πλευράς. Το πλέγμα της στήριξης της ανωδομής ολοκληρωνόταν με τον πεσσό και τον κίονα στη νότια πλευρά του μνημείου. Οι βάσεις τόσο των πεσσών όσο και των κιόνων ήταν ιωνικού-αττικού τύπου. Τη μόνη εξαίρεση αποτελούσαν οι μεσαίοι κίονες της πρόσοψης οι βάσεις των οποίων ήταν ιωνικού-μικρασιατικού τύπου, συμφυείς με τα βάθρα. Από την άλλη οι δύο πεσσοί που διατάσσονταν εκατέρωθέν τους φαίνεται πως είχαν σκαλισμένα επάλληλα πλαίσια στον κορμό τους. Τα κιονόκρανα και τα επίκρανα ήταν σύνθετου ρυθμού [εικ. 3] συνδυάζοντας στοιχεία τόσο του κορινθιακού όσο και του ιωνικού ρυθμού. Βασική ιδιορρυθμία τους ήταν η συμφυής κονσόλα (κιλλίβαντας) που συγκρατούσε το εσωτερικό, κάθετα προσαρμοσμένο στο επιστύλιο, δοκάρι [εικ. 4].4

Ο ιωνικός θριγκός του μνημείου παρουσιάζει παρόμοια μορφολογικά στοιχεία και στις δύο όψεις. Στην ανατολική βέβαια πλευρά ακολουθούσε την καμπυλότητα του στυλοβάτη και ήταν τοξοειδής. Αντίθετα στη δυτική πλευρά ήταν θλαστός. Το τριταινιωτό επιστύλιο ήταν πάντως και στις δύο περιπτώσεις συμφυές με την ανθεμωτή ζωφόρο. Στην πρόσοψη έφερε την κτιτορική επιγραφή. Το γείσο είχε την τυπική, ιωνική μορφή. Από τα ανασκαφικά δεδομένα προκύπτει εξάλλου ότι στην ανατολική πλευρά του μνημείου υπήρχε μικρό αέτωμα που κάλυπτε το πλάτος μόνο του κεντρικού μεταξονίου διαστήματος [εικ. 5]. Στην νότια πλευρά του κτηρίου διαμορφωνόταν διπλό τοξωτό άνοιγμα. Τα τόξα συγκρατούσαν μικροί κορινθιακοί ημικίονες σε επαφή με τους πεσσούς. Οι βάσεις τους εδράζονταν απευθείας στον στυλοβάτη [εικ. 6].

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ορισμένα αρχιτεκτονικά μέλη θεωρήθηκε από τους ανασκαφείς ότι προέρχονταν από το 2ο όροφο του μνημείου, που ακολουθούσε σε γενικές γραμμές την κάτοψη και τη διαμόρφωση του ισογείου. Ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία δε στάθηκαν αρκετά για μια πλήρη πρόταση αποκατάστασης αυτού του ορόφου.

2.2. Μεσαία πύλη

Η μεσαία πύλη του λιμανιού5 με τις λιτές γραμμές του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού της, την αυστηρότητα της εφαρμογής του ιωνικού ρυθμού και την κλασικιστική αντίληψη στην εκτέλεση του διάκοσμου θυμίζει έργα της Ελληνιστικής περιόδου. Διαρθρωνόταν σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο σχηματίζονταν τρεις διόδοι, οι δύο από τις οποίες (οι ακριανές) ήταν τοξωτές. Στο δεύτερο επίπεδο αναπτυσσόταν ένα στηθαίο.

Η κάτοψη του μνημείου είναι επίσης αρκετά ιδιόρρυθμη [εικ. 7]. Αποκαλύφθηκαν τέσσερις, παρόμοιοι αλλά και διακριτοί μεταξύ τους στυλοβάτες από μαρμάρινους γωνιόλιθους που συνδέονταν με πελεκίνους συνδέσμους. Οι δύο εξωτερικοί στυλοβάτες είναι τετράγωνοι με μήκος πλευράς 3,40 μ. Οι δύο μεσαίοι είναι ορθογώνιοι και πιο στενοί. Το επίπεδο των στυλοβατών βρισκόταν περίπου 0,60 μ. υψηλότερα από το αντίστοιχο της προκυμαίας στα δυτικά του μνημείου. Πάνω στους στυλοβάτες εδράζονταν από δύο σε κάθε όψη (ανατολική και δυτική) ιωνικοί κίονες. Ανάμεσά τους ορθώνονταν δύο ισχυροί πεσσοί. Οι κίονες πατούσαν πάνω σε υψηλές βάσεις ιωνικού-μικρασιατικού τύπου, ενώ οι πεσσοί πάνω σε φαρδιά βάθρα. Βασικό χαρακτηριστικό των ιωνικών κιόνων, οι οποίοι αποτελούνταν από δύο τμήματα, ήταν οι ραβδώσεις με οξείες ακμές που πρέπει να θεωρηθούν αρχαϊστικές.6 Η διάμετρός τους μειωνόταν σταδιακά προς τα πάνω από 0,60 σε 0,54 μ. [εικ. 8]. Οι πεσσοί εκτός από τη στήριξη της ανωδομής λειτουργούσαν και ως αντιστηρίγματα των παραστάδων που διαμορφώνονταν στον άξονα των διόδων, το πλάτος των οποίων μειωνόταν αρκετά κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μεταξύ λοιπόν των τεσσάρων επιστυλίων ανοίγονταν τρεις δίοδοι. Η μεσαία και μεγαλύτερη από τις τρεις, με πλάτος 4,185 μ., είχε οριζόντιο ανώφλι και από πάνω γείσο με διπλό ιωνικό κυμάτιο. Το γείσο συγκρατούσαν δύο διπλοί κιλλίβαντες. Οι δύο ακριανές, απλούστερες δίοδοι, με πλάτος 3,325 μ. στεγάζονταν με τόξο που στηριζόταν πάνω στις παραστάδες των αντίστοιχων πεσσών.

Τα λεπτοδουλεμένα κιονόκρανα των ιωνικών κιόνων συγκρατούσαν το θλαστό θριγκό του μνημείου που προεξείχε πάνω από τους στυλοβάτες και εισείχε πάνω από τις τρεις διόδους. Το τριταινιωτό επιστύλιο είχε την ίδια διατομή τόσο στην εξωτερική όσο και στην εσωτερική του όψη. Η ζωφόρος που περιέτρεχε το μνημείο αμέσως παραπάνω ήταν ακόσμητη. Χαρακτηριστικό ήταν το βαρύ γείσο με τους φαρδείς και καλοσχηματισμένους οδόντες και την υψηλή σίμη [εικ. 9].

Στην πάνω επιφάνεια τμημάτων του γείσου που εντοπίστηκαν κατά τις ανασκαφές διακρίνονται ίχνη αναθύρωσης. Αποδίδονται από τους μελετητές του μνημείου στην ύπαρξη στηθαίου που περιέτρεχε το κτήριο. Μάλιστα από τη μελέτη αυτών των ιχνών και ορισμένων αρχιτεκτονικών μελών προκύπτει ότι στο στηθαίο αυτό δημιουργούνταν, πάνω από κάθε κίονα του κάτω ορόφου, από ένα βάθρο, πιθανώς για τη στήριξη αγαλμάτων [εικ. 10].

2.3. Βόρεια πύλη

Η βορειότερη από τις πύλες του λιμανιού σώζεται εντελώς αποσπασματικά.7 Πιθανώς είχε τη μορφή ενός τοξωτού προπύλου με τρεις επιμέρους διόδους, από τις οποίες η μεσαία ήταν ευρύτερη και υψηλότερη [εικ. 11]. Η βόρεια πύλη ήταν κατασκευασμένη από λευκό μάρμαρο. Κατά τις ανασκαφές του μνημείου ήλθαν στο φως μόνο τα δύο ορθογώνια και επιμήκη βάθρα των πεσσών του κεντρικού ανοίγματος. Προς την εσωτερική πλευρά της κεντρικής διόδου οι πεσσοί αυτοί απέληγαν σε ημικίονες που έχουν καθαρό ύψος 3,12 μ., προς την αντίθετη πλευρά σε παραστάδες [εικ. 12]. Το κεντρικό άνοιγμα είχε πλάτος 4,80 μ. Επιστεφόταν από τόξο κύκλου ακτίνας 2,48 μ. που στήριζαν οι δύο ημικίονες των πεσσών. Αντίστοιχη διαμόρφωση θα πρέπει να φανταστούμε για τα δύο πλευρικά τοξωτά ανοίγματα, από τα οποία δε διατηρούνται πολλά στοιχεία. Στηρίζονταν στις παραστάδες που σχηματίζονταν στους πεσσούς. Οι πεσσοί συγκρατούσαν τον ιωνικό θριγκό του μνημείου με το τριταινιωτό επιστύλιο, τη στενή ζωφόρο και το οριζόντιο γείσο. Ο θριγκός ήταν συμφυής [εικ. 13] και είχε την ίδια διαμόρφωση και στις δύο πλευρές του. Πάνω στην τρίτη ταινία του επιστυλίου και στη ζωφόρο διακρίνονται κάποια υπολείμματα της αναθηματικής επιγραφής.

3. Γλυπτός διάκοσμος

Η νότια πύλη παρουσιάζει εξαιρετικά πλούσιο ανάγλυφο διάκοσμο τόσο στα επίκρανα και τα κιονόκρανα των στύλων όσο και στο θριγκό.8 Σε κύριο φυτικό μοτίβο του διάκοσμου αυτού αναδεικνύεται η άκανθα. Κυριαρχεί στα κιονόκρανα αλλά και στη ζωφόρο πάνω από το επιστύλιο [εικ. 14]. Φύλλα άκανθας κοσμούν το κεντρικό τετράγωνο των φατνωματικών πλακών αλλά και τις κονσόλες. Σημαντική για τη χρονολόγηση του μνημείου είναι η απόδοση του ιωνικού κυματίου. Τα μεγάλα, γεμάτα όγκο αυγά και τα βραχέα, αποστρογγυλεμένα και καθαρά διαρθρωμένα φύλλα του κοσμήματος με τα έντονα περιγράμματα είναι χαρακτηριστικά του όψιμου 2ου και του πρώιμου 3ου αι. μ.Χ. Βασικά γνωρίσματα μάλιστα της εκτέλεσης του διάκοσμου, όπως οι σχετικά αραιές αλλά βαθιές τρυπανιές, η επιπεδότητα και τα σκληρά περιγράμματα οδηγούν επίσης στη χρονολόγηση του μνημείου στον 3ο αι. μ.Χ.

Ο γλυπτός διάκοσμος της μεσαίας πύλης είναι σαφώς πιο λιτός από αυτόν της νότιας.9 Από την εξέταση της μορφολογίας του κτηρίου αλλά και των επιμέρους διακοσμητικών μοτίβων προκύπτει ότι ο αρχιτέκτονας συνειδητά άντλησε από παλιότερα, κλασικά πρότυπα, ενώ παράλληλα επηρεάστηκε φανερά από «σεβαστά» μνημεία της μικρασιατικής περιοχής, όπως το Αρτεμίσιο και ο ναός του Απόλλωνα στα Δίδυμα. Για παράδειγμα ασυνήθιστο ήταν το μέγεθος των ελίκων [εικ. 15] που αφήνει πολύ μικρό χώρο για τη διαμόρφωση του εχίνου και του ιωνικού κυματίου ανάμεσά τους, θυμίζοντας ίσως παλιότερα, κλασικά πρότυπα των Αθηνών, αλλά και το ελληνιστικό Αρτεμίσιο της Εφέσου. Ενδιαφέρουσα ήταν και η μορφή των επικράνων που κοσμούνται με ιωνικό κυμάτιο εκατέρωθεν μιας ζώνης από περίκλειστα ανθέμια και άνθη λωτού στην κύρια όψη και μοτίβο άκανθας ανάμεσα σε βλαστόσπειρες στις πλάγιες όψεις [εικ. 16]. Το διακοσμητικό μοτίβο της κύριας όψης και κυρίως η απόδοση του ιωνικού κυματίου με το ελλειπτικού σχήματος αυγό και το άνθος λωτού χωρίς το λογχόσχημο μεσαίο φύλλο ανάγεται, κατά τους ανασκαφείς, σε πρότυπα του 1ου και 2ου αι. μ.Χ. της Ρώμης. Η όλη όμως σύνθεση της κύριας όψης μοιάζει να έχει υπόψη της και την αντίστοιχη των επικράνων στον ελληνιστικό ναό των Λαγίνων. Από την άλλη, η εκτέλεση της άκανθας στις πλάγιες όψεις επαναλαμβάνεται σχετικά όμοια και σε άλλα μνημεία της Εφέσου, όπως στη βιβλιοθήκη του Κέλσου (1ος όροφος) και στη κρήνη του Δομιτιανού. Ενδεικτική είναι επίσης η ομοιότητα του γείσου της μεσαίας πύλης με το αντίστοιχο του Ολυμπιείου.10 Βασικά χαρακτηριστικά του διάκοσμου, γνωρίσματα που συμβάλλουν και στη χρονολόγηση του μνημείου, είναι η σαφήνεια και η καθαρότητα των περιγραμμάτων, η λιτότητα και απλότητα στη χρήση των διακοσμητικών μοτίβων, η λεπτότητα και εξαιρετική ευαισθησία στην απόδοση των λεπτομερειών, για παράδειγμα τα ακριανά ανθέμια στις έλικες των κιονοκράνων, καθώς και η μετρημένη χρήση του τρυπανιού που συμβάλλει στην ανάδειξη της πλαστικότητας των κοσμημάτων.

Σε αντίθεση με τη νότια και τη μεσαία πύλη, τα ελάχιστα σπαράγματα αρχιτεκτονικών μελών με γλυπτή διακόσμηση που σώζονται από το βόρειο πρόπυλο δεν είναι αρκετά για τη διερεύνηση του ιδιαίτερου στιλ του μνημείου. Σημαντικότερη απώλεια είναι η έλλειψη των κιονοκράνων και των επικράνων των στύλων του κτηρίου, αν και αυτό δε μας εμποδίζει να υποθέσουμε ότι ήταν πιθανώς κορινθιακά.

4. Χρονολόγηση

Κύριο στοιχείο της χρονολόγησης της νότιας πύλης αποτελεί η κτιτορική του επιγραφή που αποκαθίσταται σε μεγάλο βαθμό με σχετική ασφάλεια: …ΕΦΕΣΙΩΝ Η ΠΟΛΙΣ ΤΟ ΠΡΟΠΥ|ΛΟΝ ΚΑΤΕΣΚΕ]Υ[Α]Σ[Ε]Ν [ΜΕΤΑ ΤΗΣ] ΘΕΟ[Υ Ε]Κ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ [ΜΑΡ]ΚΟΥ ΦΟΥΛΒΙ[ΟΥ ΠΟΥΠΛΙΚΙΑΝΟΥ ΝΕΙ]ΚΗΦΟΡΟΥ ΑΣΙΑΡΧΟΥ.11

Σύμφωνα με αυτή, η νότια πύλη του λιμανιού ανεγέρθηκε με έξοδα της κληρονομιάς του ασιάρχη Μ. Φούλβιου Πουπλικιανού Νικηφόρου. Ο τελευταίος υπήρξε σημαντικός ευεργέτης και εξέχων πολίτης της Εφέσου κατά τη δυναστεία των Σεβήρων. Πιθανώς επί Καρακάλλα διετέλεσε ασιάρχης,12 ενώ λίγο αργότερα, επί Αλεξάνδρου Σεβήρου (222-235), κατείχε το αξίωμα του συνηγόρου του αυτοκρατορικού ταμείου (advocatus fisci).13 Το μνημείο κατασκευάστηκε σίγουρα μετά το θάνατο του Νικηφόρου, επομένως το έτος 222 μ.Χ. μπορεί να θεωρηθεί ασφαλές κατώτατο χρονολογικό όριο για την ανέγερση της νότιας πύλης. Από στιλιστική πάντως άποψη, όπως είδαμε και παραπάνω, το ανώτατο χρονολογικό όριο δεν μπορεί να ξεπερνά πολύ το α΄ τρίτο του 3ου αι. μ.Χ. Η διάρκεια ζωής του μνημείου δε θα υπήρξε μεγάλη, δεδομένου ότι το 262 μ.Χ. αλλά και κατά τον 4ο αι. μ.Χ. δυνατοί σεισμοί ισοπέδωσαν σημαντικά κτήρια της Ρωμαϊκής περιόδου. Η εικόνα των θρυμματισμένων αρχιτεκτονικών μελών της πύλης επιβεβαιώνουν την υπόθεση της καταστροφής από σεισμό. Το μνημείο μετά την καταστροφή του ερημώθηκε.

Περίπου κατά έναν αιώνα παλιότερη είναι η μεσαία πύλη του λιμανιού. Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός της καθώς και η υιοθέτηση κλασικών προτύπων οδηγούν στη χρονολόγησή της στα χρόνια του Αδριανού (117-138 μ.Χ.).14 Μια τέτοια υπόθεση στηρίζεται και στη σύγκριση της απόδοσης της άκανθας στα επίκρανα του μνημείου με το αντίστοιχο μοτίβο στον κάτω όροφο της βιβλιοθήκης του Κέλσου που χρονολογείται στο τέλος της βασιλείας του Τραϊανού. Παρομοίως, στοιχεία του ιωνικού θριγκού της πύλης συγκρίνονται με αντίστοιχα του αδριάνειου Ολυμπιείου. Επίσης, βασικά χαρακτηριστικά του στιλ, όπως τα είδαμε παραπάνω, υποδεικνύουν τη χρονολόγηση στο α΄ τρίτο του 2ου αι. μ.Χ. Έτσι, η μεσαία πύλη εντάσσεται στο πλαίσιο της γενικότερης ανοικοδόμησης της Εφέσου κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Τραϊανού (98-117 μ.Χ.) και του Αδριανού (117-138 μ.Χ.), εποχής ιδιαίτερης οικοδομικής ακμής και ανασυγκρότησης για την πόλη. Η αδριάνεια αυτή πύλη χρησιμοποιήθηκε για περισσότερο από έναν αιώνα. Η καταστροφή της δεν αποκλείεται να προήλθε από τους σεισμούς του 3ου ή 4ου αι. μ.Χ.

Σημαντικότατο στοιχείο για ασφαλή χρονολόγηση της βόρειας πύλης αποτελεί η έστω και δυσανάγνωστη επιγραφή που εντοπίστηκε στο γείσο του μνημείου.15 Ο R. Heberdey προχώρησε στη συσχέτιση της επιγραφής αυτής, από την οποία σώζεται ικανοποιητικά μόνο το δυτικό τμήμα της, με την πανομοιότυπη επιγραφή ενός βάθρου τιμητικού ανδριάντα του ανθυπάτου της Ασίας Λ. Εγνάτιου Ουίκτορα Λολλιανού. Έτσι αποκατέστησε το κείμενο της αφιερωματικής επιγραφής της βόρειας πύλης με αρκετή ασφάλεια. Βάσει της πειστικής πρότασης του R. Heberdey, ο Λολλιανός ανακηρύχτηκε μέγιστος ευεργέτης της πόλης και τιμήθηκε με την ανέγερση του βόρειου προπύλου του λιμανιού, πάνω στο οποίο στήθηκε ο ανδριάντας του. Ο Λολλιανός έδρασε περίπου στα μέσα του 3ου αι. μ.Χ., οπότε και χρονολογείται η ανέγερση του μνημείου.

Η καταστροφή των προπύλων του λιμένα της Εφέσου πρέπει πιθανότατα να αποδοθεί στους σεισμούς που έπληξαν την πόλη το 262 και το 358-366 μ.Χ. Η εικόνα των ερειπίων όπως βρέθηκαν κατά την ανασκαφή, με τα σπασμένα αρχιτεκτονικά μέλη, τους θρυμματισμένους κίονες και τα μετακινημένα βάθρα, υποδηλώνει μια τέτοια σεισμική καταστροφή. Ωστόσο, η άνοδος του επιπέδου της θάλασσας και οι σταδιακές προσχώσεις στην περιοχή του λιμανιού είχαν ως αποτέλεσμα την κάλυψη του χώρου με νερά και λάσπη [εικ. 17], γεγονός που προστάτεψε τα ερείπια από τη φθορά του χρόνου και την «ανακυκλωτική» διάθεση των μεταγενεστέρων.

5. Ιστορία της έρευνας

Οι ανασκαφές στον τομέα του λιμανιού ξεκίνησαν υπό την επίβλεψη του Ο. Benndorf ήδη από το 1896, οπότε και αποκαλύφθηκε μέρος της νότιας πύλης.16 Οι εργασίες εκεί ολοκληρώθηκαν μόλις το 1899 με την αποκάλυψη ολόκληρης της κάτοψης του μνημείου. Την ίδια χρονιά εντοπίστηκε και η μεσαία πύλη λίγο βορειότερα. Τρία χρόνια αργότερα οι ανασκαφές στο χώρο του λιμανιού έφεραν στο φως και την τρίτη, βόρεια πύλη, η αφιερωματική επιγραφή της οποίας ήταν γνωστή ένα χρόνο νωρίτερα. Στα επόμενα χρόνια τα μνημεία του λιμανιού δεν έτυχαν μεγάλης προσοχής και φροντίδας, ανάλογης των υπόλοιπων κτηρίων της Εφέσου. Σήμερα το μεγαλύτερο τμήμα τους βρίσκεται κάτω από τα νερά που πλημμυρίζουν την περιοχή κατά τους βροχερούς μήνες. Η έναρξη του ανασκαφικού προγράμματος του λιμανιού από το 1987 17 ίσως έχει ως αποτέλεσμα την αναστήλωση των πυλών στο μέλλον, δεδομένου ότι διατηρούνται πολλά από τα αρχιτεκτονικά τους μέλη.




1. Για το λιμάνι της Εφέσου και τα νεότερα αποτελέσματα των ανασκαφών εκεί βλ. Zabehlicky, H., “Hafentore und Quaianlagen”, στο Scherrer, P. (επιμ.), Ephesos. Der neue Führer (Wien 1995), σελ. 180.

2. Για την αρχιτεκτονική περιγραφή της νότιας πύλης βλ. Niemann, G., “Torbauten am Hafen. 2. Der südliche Torbau. A) Rekonstruktion des Aufbaues”, στο FiE III (Wien 1923), σελ. 172-184 και Wilberg, W., “Torbauten am Hafen. 2. Der südliche Torbau. B) Baubeschreibung und Datierung”, στο FiE III (Wien 1923), σελ. 185-188.

3. Πιθανώς ταυτίζεται με το τμήμα κιονοστοιχίας που βρέθηκε ακριβώς στα βόρεια της πύλης το 1899: Wilberg, W., “Torbauten am Hafen. 1. Grabungsgeschichte”, στο FiE III (Wien 1923), σελ. 170.

4. Niemann, G., “Torbauten am Hafen. 2. Der südliche Torbau. A) Rekonstruktion des Aufbaues”, στο FiE III (Wien 1923), σελ. 181-182.

5. Μια περιγραφή των αρχιτεκτονικών μελών που βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές της μεσαίας πύλης βλ. στον Niemann, G., “Torbauten am Hafen. 3. Der mittlere Torbau. A) Rekonstruktion des Aufbaues”, στο FiE III (Wien 1923), σελ. 189-199. Για συνολική παρουσίαση του μνημείου πρβ. Wilberg, W., “Torbauten am Hafen. 3. Der mittlere Torbau. B) Baubeschreibung und Datierung”, στο FiE III (Wien 1923), σελ. 200-213.

6. Τέτοιες ραβδώσεις συνηθίζονταν κατά τον 6ο αι. π.Χ., βλ. Müller-Wiener, W., Η Αρχιτεκτονική στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Μ. Σμιτ-Δούνα (Θεσσαλονίκη 1995), σελ. 133.

7. Για τη βόρεια πύλη του λιμανιού βλ. Wilberg, W., “Torbauten am Hafen. 4. Der nördliche Torbau”, στο FiE III (Wien 1923), σελ. 214-217.

8. Για το γλυπτό διάκοσμο του μνημείου, καθώς και καίριες στιλιστικές παρατηρήσεις βλ. Wilberg, W., “Torbauten am Hafen. 2. Der südliche Torbau. B) Baubeschreibung und Datierung”, στο FiE III (Wien 1923), σελ. 185-188.

9. Για το διάκοσμο της μεσαίας πύλης πρβ. Wilberg, W., “Torbauten am Hafen. 3. Der mittlere Torbau. B) Baubeschreibung und Datierung”, στο FiE III (Wien 1923), σελ. 200-213.

10. Πρβ. Scherrer, P. (επιμ.), Ephesos. Der neue Führer (Wien 1995), σελ. 187, εικ. 2.

11. Πρβ. Heberdey, R., “Torbauten am Hafen. 5. Inschriften”, στο FiE III (Wien 1923), σελ. 218 κ.ε., αρ. 86.

12. Πρβ. Rossner, M., “Asiarchen und Archiereis Asias”, StCl 16 (1974), σελ. 130.

13. Για τον Πουπλικιανό Νικηφόρο βλ. γενικά Knibbe, D., “Der Asiarch M. Fulvius Publicianus Nikephoros, die ephesischen Handwerkzünfte und die Stoa des Servilius”, ÖJh 56 (1985), Hauptblatt 71-77.

14. Βλ. Wilberg, W., “Torbauten am Hafen. 3. Der mittlere Torbau. B) Baubeschreibung und Datierung”, στο FiE III (Wien 1923), σελ. 212-213.

15. Heberdey, R., “Torbauten am Hafen. 5. Inschriften”, στο FiE III (Wien 1923), σελ. 222-223, αρ. 91.

16. Για την ιστορία της έρευνας στον τομέα του λιμανιού βλ. Wilberg, W., “Torbauten am Hafen. 1. Grabungsgeschichte”, στο FiE III (Wien 1923), σελ. 169-171 και Wilpinger, G. – Wlach, G., Ephesos. 100 Jahre österreichische Forschungen (Wien – Köln – Weimar 1995), σελ. 22.

17. Για το ερευνητικό αυτό πρόγραμμα στον τομέα του λιμανιού και τα πρώτα αποτελέσματά του βλ. Zabehlicky, H., “Ein spätantiker Bau im südlichen Hafenbereich von Ephesos”, στο Malay, H., (επιμ.), Erol Atalay Memorial (Izmir 1991), σελ. 197-201 και Wilpinger, G. – Wlach, G., Ephesos. 100 Jahre österreichische Forschungen (Wien – Köln – Weimar 1995), σελ. 144.