Ιδριεύς

1. Οικογένεια

Ο Ιδριεύς ήταν γιος του σατράπη της Καρίας, Εκατόμνου, νεότερος αδελφός του Μαυσώλου, και αδελφός επίσης της Αρτεμισίας Β΄, της Άδας και του Πιξωδάρου. Γεννήθηκε στο β' μισό του 5ου αι. π.Χ. στην Καρία. Παντρεύτηκε την Άδα, όπως άλλωστε και ο Μαύσωλος την Αρτεμισία. Ο γάμος μεταξύ αδελφών στη δυναστεία των Εκατομνιδών επιτρεπόταν από τα καρικά έθιμα, όπως μας πληροφορεί ο Αρριανός, υπαγορεύτηκε όμως και από την επιθυμία τους να διατηρήσουν την εξουσία και τον πλούτο στο στενό πλαίσιο της δυναστείας. Ο Ιδριεύς και η Άδα έμειναν άκληροι.1

2. Δράση

Σύμφωνα με τη μνεία του Πολυαίνου, που αναφέρεται στην εποχή της διακυβέρνησης της Καρίας από το Μαύσωλο, προτού, δηλαδή, ο Ιδριεύς ανέλθει στην εξουσία, ο Μαύσωλος θέλησε να δείξει φιλικές διαθέσεις προς τη Λάτμο, αποβλέποντας στην κατάληψή της, και γι’ αυτό επέστρεψε στην πόλη τούς ομήρους που είχε συλλάβει ο Ιδριεύς. Αν και δε δίνεται καμία πληροφορία για προηγούμενη επίθεση στην πόλη ούτε για το χρονικό πλαίσιο του συμβάντος, υποθέτουμε ότι ο Ιδριεύς ήταν επικεφαλής στρατιωτικής δύναμης που είχε αποσταλεί από το Μαύσωλο εναντίον της Λάτμου.2

Το 351/350 π.Χ. ο Ιδριεύς διαδέχθηκε την Αρτεμισία Β΄ στη διακυβέρνηση της σατραπείας της Καρίας και άσκησε την εξουσία από κοινού με τη σύζυγό του Άδα, όπως μαρτυρείται σε ψήφισμα που βρέθηκε στο ιερό στο Σίνυρι.3

Ως σύμμαχος των Περσών, βοήθησε το βασιλιά Αρταξέρξη Γ΄ στην καταστολή επανάστασης στην Κύπρο. Συμμετείχε μάλιστα με σημαντική δύναμη, στόλο 40 πλοίων και στρατό 8.000 μισθοφόρων, θέτοντας επικεφαλής τον πρώην βασιλιά της Κύπρου Ευαγόρα Β΄ και τον Αθηναίο στρατηγό Φωκίωνα. Σύμφωνα με τον αρχαίο συγγραφέα Διόδωρο η επέμβαση στην Κύπρο έγινε αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Ιδριέα, γύρω στο 351/350 π.Χ. Στη σύγχρονη όμως βιβλιογραφία τοποθετείται ανάμεσα στο 345 και στο 343 π.Χ.4 Ο Δημοσθένης αναφέρει, χωρίς να τον κατονομάζει, ένα σατράπη από την Καρία ο οποίος είχε προσαρτήσει στην επικράτειά του τα νησιά Χίο, Κω και Ρόδο. Με βάση το χρονικό διάστημα παραμονής του Ιδριέα στην εξουσία, θεωρούμε ότι ο Δημοσθένης αναφέρεται σε εκείνον.5

3. Νομίσματα

Ο Ιδριεύς συνέχισε την κοπή δραχμών, διδράχμων και τετραδράχμων στον τύπο του Διός Λαβράνδου, τον οποίο είχε χρησιμοποιήσει και ο Μαύσωλος. Τα νομίσματα αυτά έφεραν στον εμπροσθότυπο κεφαλή του Απόλλωνα και στον οπισθότυπο το Δία Λάβρανδο και επιγραφή με το όνομα του δυνάστη. Έκοψε επίσης υποδιαιρέσεις της δραχμής, γεγονός που αποτελεί απόδειξη των αυξημένων οικονομικών συναλλαγών του πληθυσμού λόγω της έντονης εμπορικής δραστηριότητας στην Καρία.6

4. Οικοδομικά προγράμματα των Εκατομνιδών

Ο Ιδριεύς θεωρείται ένας από τους λαμπρότερους αναθέτες στο ιερό στα Λάβρανδα, καθώς το όνομά του αναγράφεται στις αναθηματικές επιγραφές πέντε κτηρίων, το σημαντικότερο από τα οποία ήταν ο ναός του Διός Λαβράνδου. Τα υπόλοιπα κτήρια που ανέθεσε στο ιερό ήταν ο ανδρώνας Α, οι οίκοι, ένας θησαυρός ή ιερός οίκος και τα νότια προπύλαια. Επιπλέον το όνομά του αναγράφεται στην επιγραφή του επιστυλίου στα προπύλαια του ιερού της Αρτέμιδος στην Αμυζώνα. Και τα δύο αυτά ιερά της Καρίας εντάσσονται σε ένα οικοδομικό πρόγραμμα που πρέπει να είχε σχεδιαστεί και εγκαινιαστεί από το Μαύσωλο και να ολοκληρώθηκε από τον Ιδριέα.7

O Ιδριεύς και η Άδα πιθανότατα συνέχισαν την ανέγερση του Μαυσωλείου της Αλικαρνασσού, το οποίο δε θα είχε ολοκληρωθεί επί των ημερών της Αρτεμισίας Β΄. Ακόμα ένα οικοδομικό έργο με το οποίο συνδέεται ο Ιδριεύς αποτελεί η ανέγερση του ναού της Αθηνάς στην Πριήνη, που πιθανολογείται ότι ξεκίνησε από το ζεύγος Ιδριέως και Άδας. Παράλληλα οι σύγχρονοι ερευνητές αποδίδουν στο Μαύσωλο ή στον Ιδριέα την επανίδρυση της πόλης Πριήνης στα μέσα του 4ου αι. π.Χ.8

Από την αναθηματική επιγραφή μιας βάσης που βρέθηκε στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς πληροφορούμαστε επίσης την ανάθεση στο ιερό από τους Μιλησίους χάλκινου συντάγματος με τις μορφές του Ιδριέως και της Άδας, κατασκευασμένου από το γλύπτη Σάτυρο. Δε γνωρίζουμε τους πολιτικούς λόγους που οδήγησαν τους Μιλησίους στην ανάθεση γλυπτού με τις μορφές των δύο δυναστών της Καρίας στο πανελλήνιο ιερό των Δελφών. Θα μπορούσε ίσως να ερμηνευθεί ως ένδειξη των στενών σχέσεων των Εκατομνιδών με τη Μίλητο. Το ανάθημα χρονολογείται στην περίοδο της από κοινού σατραπείας του Ιδριέως και της Άδας, ανάμεσα στο 351 και στο 343 π.Χ.9

Από την κυρίως Ελλάδα προέρχεται ακόμα ένα ανάθημα που απεικόνιζε τους δύο σατράπες. Πρόκειται για ένα μικρό ανάγλυφο που βρέθηκε στην Τεγέα της Αρκαδίας και εικόνιζε τον Ιδριέα και την Άδα να λατρεύουν το Δία Στράτιο ή Λάβρανδο, που στέκεται ανάμεσά τους. Η ανάγλυφη στήλη αναγνωρίστηκε αρχικά ως αφιέρωμα στο ναό της Αλέας Αθηνάς από κάποιον ιδιώτη και χρονολογήθηκε και αυτή την εποχή της συμβασιλείας του Ιδριέως και της Άδας.10

Η παρουσία αυτών των γλυπτών αναθημάτων στα πανελλήνια ιερά οδήγησε πρόσφατα στην υπόθεση ότι οι δύο δυνάστες συγκαταλέγονται ανάμεσα στους χορηγούς της ανοικοδόμησης του ναού του Απόλλωνος στους Δελφούς και του ναού της Αθηνάς Αλέας στην Τεγέα στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Συνεπώς, θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για επέκταση των οικοδομικών προγραμμάτων και των χορηγιών των Εκατομνιδών στην κυρίως Ελλάδα.11

5. Θάνατος

Ο Ιδριεύς πέθανε το 344/343 π.Χ. από αδιευκρίνιστα φυσικά αίτια. Διοίκησε για εφτά χρόνια τη σατραπεία της Καρίας, αφήνοντας διάδοχο την αδελφή και σύζυγό του Άδα. Οι λόγιες πηγές δεν αναφέρουν κάποιο ταφικό μνημείο του αντίστοιχο με εκείνο του Μαυσώλου. Ίσως ο τάφος που βρέθηκε δίπλα από το ιερό του Διός Λαβράνδου να ανήκε στον Ιδριέα.12

6. Αποτίμηση και κρίσεις

Ο Ιδριεύς κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του ακολούθησε γενικά φιλοπερσική πολιτική, παρά τις προσδοκίες του Αθηναίου ρήτορα Ισοκράτη για το αντίθετο. Ο Ισοκράτης τον χαρακτηρίζει ως έναν από τους πιο πλούσιους και ισχυρούς ηγεμόνες της Ασίας. Αυτό ήταν προφανώς αλήθεια, όπως άλλωστε ίσχυε και για το Μαύσωλο.13

Ο Ιδριεύς ενδιαφέρθηκε κυρίως για την άμυνα του κράτους, συνεχίζοντας έτσι την πολιτική του Μαυσώλου. Το γεγονός ότι ο Δημοσθένης τον κατηγορούσε για επεκτατική πολιτική αποτελεί κινδυνολογία, καθώς δεν προέβη σε απόσπαση της Σάμου από την Αθήνα.14

Όσον αφορά τις σχέσεις του με άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας εκτός Καρίας, οι γνώσεις μας είναι περιορισμένες. Γνωρίζουμε από ψήφισμα ότι οι Ερυθρές τίμησαν τον Ιδριέα ως ευεργέτη και πρόξενο της πόλης. Παράλληλα, με βάση το τιμητικό αυτό ψήφισμα γνωστοποιείται ότι η πόλη αυτή της Ιωνίας παρείχε στο σατράπη της Καρίας πλήρη φοροαπαλλαγή στο εμπόριο, μέτρο που πιθανώς εισήγαγαν οι φιλικά διακείμενοι προς τη δυναστεία των Εκατομνιδών, Ερυθραίοι ολιγαρχικοί.15

Συνοψίζοντας, διαπιστώνουμε ότι ο Ιδριεύς διαφύλαξε την ακεραιότητα της Καρίας, απέφυγε τις εντάσεις και ακολούθησε συνετή πολιτική. Υπήρξε επίσης ιδιαίτερα δραστήριος στον τομέα των οικοδομικών προγραμμάτων, καθώς συνέβαλε στον εξωραϊσμό σημαντικών ιερών της Καρίας. Τα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατό του θεωρούνται περίοδος παρακμής της δυναστείας των Εκατομνιδών.16



1. Στράβ. 14.2.17· Διόδ. Σ. 16.69.2· Αρρ. Ι.23.7·  DGRΒM II (1880), σελ. 563, βλ. λ. Idrieus (E.H. Bunbury)· RE I.1 (1893), στήλ. 339, βλ. λ. Ada (W. Judeich)· RE IX.1 (1914), στήλ. 912, βλ. λ. Idrieus (2) (U. Kahrstedt)· Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 33, 359· Bosworth, A.B., A Historical Commentary on Arrian’s History of Alexander I (Oxford 1980), σελ. 152· KlPauly 2 (1967), στήλ. 1341-1342, βλ. λ. Idrieus (H. Volkmann)· NPauly 5 (1998), στήλ. 896, βλ. λ. Idrieus (J. Wiesenhöfer).

2. Πολύαιν., Στρατηγήματα 7.23.2· Debord, P., L’Asie Mineure au IVe siècle  412-323 a.c. (Bordeaux 1999), σελ. 392· Ruzicka, S., Politics of a Persian Dynasty: The Hecatomnids in the Fourth Century BC (Oklahoma 1992), σελ. 71.

3. Robert, L., Le Sanctuaire de Sinuri 1 (Paris 1945), σελ. 94· Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 45· NPauly 5 (1998), στήλ. 896, βλ. λ. Idrieus (J. Wiesenhöfer).

4. Διόδ. Σ. 16.42.6-9· RE IX.1 (1914), στήλ. 912, βλ. λ. Idrieus (2) (U. Kahrstedt)· KlPauly 2 (1967), στήλ. 1341-1342, βλ. λ. Idrieus (H. Volkmann)· NPauly 5 (1998), στήλ. 896, βλ. λ. Idrieus (J. Wiesenhöfer)· DGRBM II (1880), σελ. 563, βλ. λ. Idrieus (E.H. Bunbury)· Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 43-44· Ruzicka, S., Politics of a Persian Dynasty: The Hecatomnids in the Fourth Century BC (Oklahoma 1992), σελ. 116-117· Debord, P., L’Asie Mineure au IVe siècle 412-323 a.c. (Bordeaux 1999), σελ. 401. Οι μελετητές χρονολογούν την επέμβαση του Ιδριέως στην Κύπρο μετά τη συγγραφή της επιστολής του Ισοκράτη προς τo βασιλιά των Μακεδόνων Φίλιππο Β΄ που τοποθετείται γύρω στο 346 π.Χ., όπου διαφαίνεται ότι ο Αθηναίος ρήτορας προσδοκά τη ρήξη των σχέσεων του Ιδριέως με τον Πέρση βασιλιά και τη συμπαράσταση του σατράπη της Καρίας για την ενίσχυση των φοινικικών και κυπριακών πόλεων. Μετά όμως τις επιχειρήσεις στην Κύπρο οι προσδοκίες του Ισοκράτη θα είχαν διαψευστεί και, επομένως, δε θα είχε λόγους να τις διατυπώσει.

5. Δημ., Περί της Ειρήνης V.25· Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 44-45, 134· Ruzicka, S., Politics of a Persian Dynasty: The Hecatomnids in the Fourth Century BC (Oklahoma 1992), σελ. 112-114· DGRBM II (1880), σελ. 563, βλ. λ. Idrieus (E.H. Bunbury)· Debord, P., L’Asie Mineure au IVe siècle 412-323 a.c. (Bordeaux 1999), σελ. 402.

6. Head, B.V., Historia Numorum (Oxford 1911), σελ. 629-630· Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 340· Ruzicka, S., Politics of a Persian Dynasty: The Hecatomnids in the Fourth Century BC (Oklahoma 1992), σελ. 102· BMC Caria and the Islands, σελ. 183, πίν. XXVIII.

7. Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 278-279, 309-310, 313· Ruzicka, S., Politics of a Persian Dynasty: The Hecatomnids in the Fourth Century BC (1992), σελ. 48, 104. Για τα Λάβρανδα βλ. Crampa, J., Labraunda III.2, The Greek Inscriptions Part II: 13-133 (Stockholm 1972), σελ. 11-19· Hellström, P., “Architecture. Characteristic building-types and particularities of style and technique. Possible implications for Hellenistic architecture”, στο Isager, J. (επιμ.), Hekatomnid Caria and the Ionian Renaissance, Acts of the International Symposium at the Department of Greek and Roman Studies, Odense University, 28-29 November 1991 (Odense 1994), σελ. 36-57· Hellström, P., “Formal Banqueting at Labraunda”, στο Linders, T. - Hellström, P. (επιμ.), Architecture and Society in Hecatomnid Caria (Boreas 17, Uppsala 1989), σελ. 17-104· Gunter, A.C., “Looking at Hectomnid Patronage from Labraunda”, REA 87 (1985), σελ. 113-124. Για την Αμυζώνα βλ. Robert, L., Fouilles d’Amyzon (Paris 1983), σελ. 93-97· Debord, P., L’Asie Mineure au IVe siècle 412-323 a.c. (Bordeaux 1999), σελ. 403.

8. Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 239· Ruzicka, S., Politics of a Persian Dynasty: The Hecatomnids in the Fourth Century BC (Oklahoma 1992), σελ. 104· Botermann, H., “Wer baute das neue Priene?”, Hermes 122 (1994), σελ. 178· Carter, J.C., The Sculpture of the Sanctuary of Athena Polias at Priene (Reports of the Research Committee of the Society of Antiquaries of London XLII, London 1983), σελ. 27, 31.

9. KlPauly 2 (1967), στήλ. 1341-1342, βλ. λ. Idrieus (H. Volkmann). Για το ανάθημα των Μιλησίων στους Δελφούς βλ. Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 44, 111, 241, 275· Ruzicka, S., Politics of a Persian Dynasty: The Hecatomnids in the Fourth Century BC (Oklahoma 1992), σελ. 104· Debord, P., L’Asie Mineure au IVe siècle 412-323 a.c. (Bordeaux 1999), σελ. 402.

10. KlPauly 2 (1967), στήλ. 1341-1342, βλ. λ. Idrieus (H. Volkmann). Το ανάγλυφο πιθανολογείται ότι είναι ανάθημα είτε κάποιου βοηθού του γλύπτη Σκόπα που είχε εργαστεί στο Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού είτε κάποιου μισθοφόρου από την Τεγέα που είχε υπηρετήσει στον καρικό στρατό, καθώς η Αρκαδία ήταν κέντρο στρατολόγησης μισθοφόρων, βλ. Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 240-241, 275· Smith, A.H., “Some Recently Acquired Reliefs in the British Museum”, JHS 36 (1916), σελ. 65-70· Jongkees, J.H., “New Statues by Bryaxis”, JHS 68 (1948), σελ. 29-39· Ruzicka, S., Politics of a Persian Dynasty: The Hecatomnids in the Fourth Century BC (Oklahoma 1992), σελ. 105· Waywell, G.B., “The Ada, Zeus and Idrieus Relief from Tegea in the British Museum”, στο Palagia, O. - Coulson, W. (επιμ.), Sculpture from Arcadia and Laconia (Oxford 1993), σελ. 79-86· Debord, P., L’Asie Mineure au IVe siècle 412-323 a.c. (Bordeaux 1999), σελ. 402.

11. Waywell, G.B., “The Ada, Zeus and Idrieus Relief from Tegea in the British Museum”, στο Palagia, O. - Coulson, W. (επιμ.), Sculpture from Arcadia and Laconia (Oxford 1993), σελ. 79-86· Gunter, A.C., “Looking at Hecatomnid Patronage from Labraunda”, REA 87 (1985), σελ. 120.

12. Ruzicka, S., Politics of a Persian Dynasty: The Hecatomnids in the Fourth Century BC (Oklahoma 1992), σελ. 118-119· NPauly 5 (1998), στήλ. 896, βλ. λ. Idrieus (J. Wiesenhöfer)· DGRBΜ II (1880), σελ. 563, βλ. λ. Idrieus (E.H. Bunbury).

13. Ισοκρ., Φίλιππος V.103· Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 266· Ruzicka, S., Politics of a Persian Dynasty: The Hecatomnids in the Fourth Century BC (Oklahoma 1992), σελ. 118· DGRΒM II (1880), σελ. 563, βλ. λ. Idrieus (E.H. Bunbury)· RE IX.1 (1914), στήλ. 912, βλ. λ. Idrieus (2) (U. Kahrstedt).

14. Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 216-217· Ruzicka, S., Politics of a Persian Dynasty: The Hecatomnids in the Fourth Century BC (Oklahoma 1992), σελ. 113-114· Debord, P., L’Asie Mineure au IVe siècle 412-323 a.c. (Bordeaux 1999), σελ. 401.

15. SEG 31(1984) 969, σελ. 253-254· Ruzicka, S., Politics of a Persian Dynasty: The Hecatomnids in the Fourth Century BC (Oklahoma 1992), σελ. 111-112· NPauly 5 (1998), στήλ. 896, βλ. λ. Ιdrieus (J. Wiesenhöfer).

16. Debord, P., L’Asie Mineure au IVe siècle 412-323 a.c. (Bordeaux 1999), σελ. 403.