Κουσάντασι

1. Θέση

Ο παραθαλάσσιος οικισμός Κουσάντασι βρισκόταν στον κόλπο της Σκαλανόβας (Scalanova) πάνω στο δημόσιο δρόμο Αγιασολούκ-Σώκια. Η ακριβής θέση ήταν: Ν-ΝΑ της Σμύρνης σε απόσταση 63χλμ., ΝΔ του Αγιασολούκ σε απόσταση 15 χλμ., ΒΔ των Σωκίων σε απόσταση 18 χλμ., Δ του Αϊδινίου σε απόσταση 52 χλμ.

2. Διοικητική υπαγωγή

Δε διαθέτουμε πολλές πληροφορίες για τη διοικητική υπαγωγή του οικισμού στην Οθωμανική περίοδο. Αλλά πιθανώς στις αρχές του 17ου αιώνα, ως χωριό, και αργότερα μέχρι το 1831, ως κωμόπολη, να ανήκε στον καζά Αγιασολούκ, ο οποίος με τη σειρά του ανήκε στο σαντζάκι Αϊδινίου. Στα χρόνια της επίσκεψης του Εβλιά Τσελεμπή, το 1671, ο οικισμός διοικούνταν από βοεβόδα.1 Το 1831 ανήκε στον καζά Sığla.2 Το 1876 ο οικισμός γίνεται έδρα καζά και υπάγεται στο σαντζάκι Σμύρνης.3 Τον 20ό αιώνα το Κουσάντασι ήταν έδρα καϊμακαμλικίου, που υπαγόταν στο μουτεσαριφλίκι Αϊδινίου και στο βιλαέτι της Σμύρνης. Πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή το καϊμακαμλίκι του Κουσάντασι περιλάμβανε 28 χωριά και ένα δήμο.4

3. Ιστορία

Το 1413 το Κουσάντασι εντάχθηκε στα οθωμανικά εδάφη. Στις αρχές του 17ου αιώνα, πιθανώς κάπου ανάμεσα στα 1611-1616, ο μέγας βεζίρης Οκούζ Μεχμέτ Πασά (Öküz Mehmed paşa),5 έχτισε το πρώτο χάνι του οικισμού, καθώς και το φρούριο. Ύστερα από την ίδρυση του χανιού αυξήθηκε η εμπορική κίνηση του οικισμού και ήταν αρκετοί αυτοί οι οποίοι προς αναζήτηση καλύτερης τύχης μετακινήθηκαν και εγκαταστάθηκαν στο νέο οικισμό, ανεξαρτήτως θρησκείας και κοινωνικού στρώματος. Από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης άρχισαν να εγκαθίστανται ελληνόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί.

Σύμφωνα με την παράδοση, ο χριστιανός έμπορος Μανωλάκης Μπενλή Ογλού ήταν ο ιδρυτής της χριστιανικής ορθόδοξης κοινότητας. Με τη βοήθειά του, περίπου στα 1750, οι χριστιανοί δημιούργησαν την πρώτη τους συνοικία.6 Ο πληθυσμός των Ρωμιών αυξήθηκε σημαντικά στα τέλη του 18ου αιώνα. Από τις κοντινές περιοχές και τα νησιά κατέφθαναν πολλοί χριστιανοί για εργασία και πολλοί τελικά παρέμειναν. Με το πέρασμα του χρόνου δημιουργήθηκε μια πλούσια ορθόδοξη κοινότητα, μέλη της οποίας πήραν στα χέρια τους το εμπόριο της πόλης.

Στην εποχή της Ελληνικής Επανάστασης σημειώθηκαν μεγάλες ταραχές στον οικισμό. Στη διάρκεια των ταραχών οι ορθόδοξοι της πόλης υπέστησαν διώξεις και οι περιουσίες τους λεηλατήθηκαν από άτακτα σώματα του οθωμανικού στρατού. Ο διοικητής της πόλης από φόβο για τη δράση των ατάκτων εγκατάλειψε τη θέση του. Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι όμως βοήθησαν και προστάτεψαν τους ορθόδοξους, οι απώλειες των οποίων ωστόσο φαίνεται πως ήταν σημαντικές.7

Το 1831 το Κουσάντασι ήταν ο μοναδικός σημαντικός οικισμός της περιοχής.8 Στα τέλη του 19ου αιώνα, μετά την ίδρυση της σιδηροδρομικής γραμμής Σμύρνης-Αϊδινίου, επήλθε η εμπορική παρακμή του λιμανιού. Στον 20ό αιώνα μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές καταστροφές έπληξαν το Κουσάντασι. Στις 18 Μαΐου 1915 οι δυνάμεις της Γαλλίας περικύκλωσαν τον οικισμό από τη θάλασσα και άρχισαν τον καθημερινό βομβαρδισμό του. Οι γεωργοί δίσταζαν να μεταβούν στην ύπαιθρο για να καλλιεργήσουν τα κτήματά τους.9 Σύμφωνα με διαταγή των αρχών έπρεπε να εκκενωθεί ο οικισμός λόγω των βομβαρδισμών των Γάλλων. Τον Φεβρουάριο του 1916 περίπου 4.000 κάτοικοι εγκατέλειψαν την πόλη με τη βία, ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους, κατευθυνόμενοι προς το εσωτερικό της Μ. Ασίας. Ύστερα από δύο μήνες, τον Μάιο, άλλες περίπου 800 οικογένειες μεταφέρθηκαν σιδηροδρομικώς και εγκαταστάθηκαν στο Ντενιζλί (Denizli).10 Από τους καθημερινούς βομβαρδισμούς η πόλη είχε καταστραφεί. Μετά την ανακωχή του 1918 επέστρεψαν κάποιες οικογένειες, και ένα χρόνο μετά, τον Μάρτιο του 1919, ο αριθμός των κατοίκων αυξήθηκε.11 Στα μέσα του Απριλίου 1919 αποβιβάστηκαν τα ιταλικά στρατεύματα στο λιμάνι του Κουσάντασι.12 Οι δυνάμεις των Ιταλών παρέμειναν στον οικισμό ως τις 17 Απριλίου 1922, όταν τον κατέλαβαν τα ελληνικά στρατεύματα.13 Αργότερα, μετά την αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων, τον Σεπτέμβριο του 1922, ο οικισμός εγκαταλείφθηκε από τον ελληνικό πληθυσμό.14

4. Δημογραφία

Δε διαθέτουμε ακριβείς πληροφορίες για τους πρώτους κατοίκους του οικισμού, αλλά σύμφωνα με τις ενδείξεις πιθανώς οι πρώτοι κάτοικοι ήταν μουσουλμάνοι. Προφανώς μετά την ίδρυση του οικισμού κατέφτασαν εκεί άτομα από τις κοντινές περιοχές, ανεξαρτήτως θρησκείας. Στα πρώτα χρόνια της ζωής του οικισμού εγκαταστάθηκαν και οι πρώτοι ορθόδοξοι κάτοικοι, που έφτασαν από τις Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα (Σάμο, Κω, Κάρπαθο), την Κρήτη, αλλά κυρίως από τις πόλεις της Ιωνίας.15 Κάπου ανάμεσα στα 1630 με 1640 γνωρίζουμε ότι σημειώθηκε ένα σημαντικό μεταναστευτικό κύμα από το Κουσάντασι προς τη Σμύρνη,16 αν και δεν αναφέρονται οι αιτίες του. Αργότερα εγκαταστάθηκαν Εβραίοι στον οικισμό. Στην αρχή ο αριθμός των Εβραίων ήταν υψηλός, αλλά το 1640 παρέμειναν μόνο 3 νοικοκυριά και το 1660 δεν είχε απομείνει κανένας.17 Το 1661 έχουμε την πρώτη πληροφορία σχετικά με τον αριθμό των ορθόδοξων κατοίκων του οικισμού, οι οποίοι ανέρχονται σε 76 οικογένειες.18 Δεν υπάρχουν στοιχεία για τον αριθμό των μουσουλμάνων, αλλά πρέπει να ήταν πολύ περισσότεροι, διότι υπήρχαν τέσσερα τζαμιά.19 Στις αρχές του 18ου αιώνα, το 1702, ο συνολικός αριθμός των κατοίκων ανερχόταν σε 1.666, δηλαδή 1.000 μουσουλμάνους, 600 ορθόδοξους, 60 Αρμένιους και 6 Εβραίους.20 Ο τόπος κατοικίας των ορθοδόξων ποίκιλλε ανάλογα με το επάγγελμα που ασκούσαν. Οι γεωργοί ζούσαν σε καλύβια έξω από το φρούριο αλλά οι εργάτες και οι έμποροι μέσα στο φρούριο. Το 18ο αιώνα δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες δημογραφικού χαρακτήρα. Στα τέλη του πρώτου μισού του 18ου αιώνα οι χριστιανοί κατοικούσαν στο λόφο στα δυτικά του οικισμού και ο αριθμός των σπιτιών τους ανερχόταν περίπου σε 200.21 Στα τέλη του 18ου αιώνα ο πληθυσμός των ορθόδοξων κατοίκων αυξήθηκε και χρειάστηκε μεγαλύτερη εκκλησία για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους. Το 19ο αιώνα, από το 1811 έως το 1831, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση του πληθυσμού του οικισμού από 12.000 σε 4.000.22 Στη διάρκεια αυτών των ετών έλαβε χώρα η επιδημία πανούκλας, καθώς και οι ταραχές που προκάλεσε η Ελληνική Επανάσταση, και πιθανώς η μείωση του πληθυσμού να οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτές τις αιτίες. Από τα μέσα του 19ου αιώνα υπάρχει σημαντική αύξηση στην κίνηση των ορθόδοξων ελληνόφωνων που προέρχονταν κυρίως από τα νησιά.23 Στις αρχές του 20ού αιώνα ο αριθμός των κατοίκων ανερχόταν σε 4.500 ελληνορθόδοξους, 6.000 μουσουλμάνους και 200 ξένους υπηκόους.24 Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Σία Αναγνωστοπούλου, την ίδια εποχή κατοικούσαν στο Κουσάντασι 3.751 μουσουλμάνοι, 2.751 Ρωμιοί, 59 Αρμένιοι, 140 Εβραίοι και 200 ξένοι υπήκοοι.25

Το 1915 ο πληθυσμός του οικισμού ανερχόταν σε 15.000, από τους οποίους 6.000 ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι. Η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν μουσουλμάνοι και η μειοψηφία Αρμένιοι και Εβραίοι.26 Στη διάρκεια των ετών 1915-1917 μειώθηκε σημαντικά ο πληθυσμός λόγω του βομβαρδισμού του οικισμού από τις στρατιωτικές δυνάμεις της Γαλλίας. Εξαιτίας των βομβαρδισμών το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού μετακινήθηκε προς το εσωτερικό της Μ. Ασίας.27 Μετά την ανακωχή του 1918 στην πόλη συγκεντρώθηκαν περίπου 250 οικογένειες. Ένα χρόνο μετά, τον Μάρτιο του 1919, ο αριθμός των κατοίκων έφτασε τις 300 οικογένειες περίπου.28 Αλλά σύμφωνα με τον Κοντογιάννη, πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή στο Κουσάντασι κατοικούσαν 8.000 άτομα. 29

Η γλώσσα των ορθόδοξων κατοίκων ήταν η ελληνική. Οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι ζούσαν αρμονικά. Σε θρησκευτικές τελετές, όπως π.χ. η περιφορά του Επιταφίου, συμμετείχαν και οι μουσουλμάνοι. Πολλές φορές σε κρίσιμες καταστάσεις, όπως στις ταραχές των γεγονότων της Ελληνικής Επανάστασης, οι μουσουλμάνοι βοηθούσαν τους χριστιανούς συμπολίτες τους.30

5. Οικιστική δομή

Το πρώτο κτήριο του νέου οικισμού χτίστηκε από τον Öküz Mehmed paşa, ιδρυτή του Κουσάντασι, και ήταν το λεγόμενο "Χάνι του Μολυβιού" (Kurşun Hanı) που βρισκόταν στα δυτικά του οικισμού. Το πρώτο φρούριο, το λεγόμενο "μικρό", ήταν ένα μεγάλο παραθαλάσσιο λίθινο τετράγωνο στο οποίο υπήρχαν τρεις πύλες.31 Ήταν βακούφι του ιδρυτή του οικισμού και απαλλαγμένο από φόρους. Όλοι οι έμποροι, ακόμα και οι πλούσιοι, αλλά και ο διευθυντής του τελωνείου, κατοικούσαν στο χάνι.32 Το 1671, σύμφωνα με τις πληροφορίες του οθωμανού γεωγράφου και περιηγητή Εβλιά Τσελεμπή (Evliya Çelebi), στο μικρό φρούριο υπήρχαν τρεις συνοικίες με 180 σπίτια, τα οποία ήταν σκεπασμένα με κόκκινα κεραμίδια, 200 καταστήματα, ένα χαμάμ, ένα χάνι, 7 βρύσες, 7 δημοτικά σχολεία (mekteb), ένα μουσουλμανικό θρησκευτικό σχολείο (medrese) και ένα τζαμί.33 Αργότερα, χτίστηκε το "μεγάλο" φρούριο που συμπεριέλαβε και το μικρό. Η ίδρυση του μεγαλύτερου φρουρίου πρέπει να ήταν το αποτέλεσμα της αύξησης του πληθυσμού. Στα 1671 συνολικά στον οικισμό υπάρχουν 8 συνοικίες και 4 τζαμιά, 4 μουσουλμανικά θρησκευτικά σχολεία (medrese), 1 χαμάμ, και μερικά μικρά τζαμιά.34 Το χάνι ήταν διώροφο. Ο πρώτος όροφος ήταν αποθήκη και ο δεύτερος είχε δωμάτια, όπου έμεναν οι έμποροι. Στα τέλη του 19ου αιώνα μόνο το κάτω μέρος λειτουργούσε ως αποθήκη ή ως εμπορικά γραφεία και τα περισσότερα δωμάτια ήταν κατεστραμμένα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του περιηγητή Pococke, το 18ο αιώνα στα νότια του οικισμού υπήρχε ένα μεγάλο προάστιο, στο οποίο υπήρχαν μερικές αγορές και καταστήματα.35

Η μουσουλμανική συνοικία χτίστηκε προφανώς στα πρώτα χρόνια ίδρυσης του οικισμού προς το ανατολικό μέρος του χανιού. Οι ορθόδοξοι μέχρι το πρώτο μισό του 18ου αιώνα δεν είχαν δική τους ξεχωριστή συνοικία. Η πρώτη ορθόδοξη συνοικία χτίστηκε περίπου στα 1750, και βρισκόταν έξω από το φρούριο, στα δυτικά του χανιού.36 Προς τα τέλη του 18ου αιώνα ο περιηγητής Chandler στο ταξίδι του στη Μικρά Ασία πέρασε από το Κουσάντασι και αναφέρει ότι τα σπίτια ήταν «χτισμένα το ένα πάνω στο άλλο».37

Στις αρχές του 20ού αιώνα οι συνοικίες του Κουσάντασι ήταν οι εξής: Πάνω Μαχαλάς, Κάτω Μαχαλάς, Μαχαλάς του Ντερέ, Αργαστηράκια, Μαχαλάς Κατσούλι, Δύο βρύσες, Τούρλο, Μακρύ Σοκάκι, Τουρκμένικα, Βριακή και Αρμένικη. Στον Πάνω Μαχαλά τα σπίτια ήταν φτωχικά. Εκεί βρισκόταν και το μεγάλο χάνι του οικισμού. Ο Κάτω Μαχαλάς ήταν η καλύτερη συνοικία. Εκεί υπήρχαν μικρά χάνια. Ο μαχαλάς Κατσούλι ήταν χριστιανικός.38

Οι δρόμοι του Κουσάντασι ήταν στενοί και λιθόστρωτοι.39 Το μοναδικό νοσοκομείο του οικισμού ανήκε στην ορθόδοξη κοινότητα. Ιδρύθηκε το 1756 και ένας από τους ιδρυτές του ήταν ο Μανωλάκης Μπενλή Ογλού.40 Την Παρασκευή 20 Μαΐου 1916 το νοσοκομείο καταστράφηκε από πυρκαγιά.41 Η ύδρευση του Κουσάντασι γινόταν από το μικρό ποταμό Ντεϊρμέν-ντερέ (Μυλοπόταμο) που βρισκόταν στα νότια του οικισμού.

6. Οικονομία

Ο οικισμός δημιουργήθηκε και μεγάλωσε χάρη στο σημαντικό φυσικό λιμάνι του. Είναι σίγουρο ότι μετά την οικοδόμηση του πρώτου φρουρίου η εμπορική κίνηση του λιμανιού αυξήθηκε. Από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του οικισμού ο βασικός άξονας της οικονομικής ανάπτυξής του ήταν το εμπόριο. Πολλά πλοία από ευρωπαϊκές χώρες και από τις διάφορες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετέφεραν εκεί τα εμπορεύματα τους. Ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο έρχονταν εκεί τα ευρωπαϊκά εμπορικά πλοία ήταν ότι ο τελωνειακός έλεγχος δεν ήταν τόσο αυστηρός όπως στη Σμύρνη.42 Η μεγάλη εμπορική κίνηση του λιμανιού προσέλκυε χριστιανούς ορθόδοξους, εβραίους και αρμένιους εμπόρους. Επίσης προσείλκυε εργατικό δυναμικό από κοντινές περιοχές και από τα νησιά του Αιγαίου. Αλλά αργότερα, η ακμή του λιμανιού της Σμύρνης επέδρασε σημαντικά στη μείωση της εμπορικής κίνησης του λιμανιού του οικισμού. Στο Κουσάντασι λειτουργούσαν υποπροξενεία διάφορων ευρωπαϊκών χωρών, όπως της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Νορβηγίας.

Παράλληλα με το εμπόριο οι κάτοικοι ασχολήθηκαν με τη γεωργία και συγκεκριμένα με την αμπελουργία. Το 1671 τα σημαντικότερα προϊόντα του οικισμού ήταν τα αποξηραμένα τα σύκα, τα σταφύλια, το σουσάμι, τα φιστίκια και τα αμύγδαλα.43 Στα μέσα του 18ου αιώνα προμήθευε όλες τις γειτονικές περιοχές. Εισάγονταν διάφορα προϊόντα από την Αίγυπτο, όπως καφές, λινάρι, κάνναβη, μάλλινα ρούχα από τη Θεσσαλονίκη και βαμβάκι από τη Σμύρνη. Εξάγονταν δημητριακά στη Σάμο και άλλα γειτονικά νησιά. Η αμπελοκαλλιέργεια καταλάμβανε μεγάλες εκτάσεις. Υπήρχε παραγωγή κρασιού, η ποιότητά του όμως ήταν χαμηλή.44 Επίσης στα τέλη του 18ου αιώνα το Κουσάντασι ήταν γνωστό για την παραγωγή βαμμένων δερμάτων.45

Στις αρχές του 19ου αιώνα η εξαγωγή των προϊόντων του οικισμού προς την Ευρώπη (σιτάρι, φρούτα, κρασί, σταφίδα και σύκα) γινόταν μέσω της Σμύρνης.46 Οι ταραχές λόγω της Ελληνικής Επανάστασης και η εξέγερση των κατοίκων της Χίου ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία προκάλεσαν μεγάλη παρακμή στην οικονομική ζωή των κατοίκων. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, μετά την ίδρυση της γραμμής Σμύρνης-Αϊδινίου, ο οικισμός έχασε την εμπορική του σημασία και οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία.47

Στις αρχές του 20ού αιώνα οι ορθόδοξοι κάτοικοι ασχολούνταν με τη σηροτροφία και τη μεταξουργία. Λειτουργούσαν 2 σαπωνοποιεία, 3 ζαχαροπλαστικά εργαστήρια, 6 εργαστήρια οίνου και οινοπνευματωδών ποτών, 3 βιομηχανίες καλαθοποιίας και παραγωγής κιβωτίων που χρησίμευαν στην ελαιοκομία και στην αμπελουργία για συλλογή ελιών και σταφυλιών.48 Τον 20ό αιώνα τα σημαντικότερα προϊόντα του οικισμού ήταν το σιτάρι, τα σύκα, το σουσάμι, οι ελιές, ο καπνός, η σταφίδα και ο χαλβάς από σουσάμι.

7. Η ελληνορθόδοξη κοινότητα

Η ελληνορθόδοξη κοινότητα ιδρύθηκε στα μέσα του 18ου αιώνα και σύμφωνα με την παράδοση ιδρυτής της ήταν ο Μανωλάκης Μπενλή Ογλού.Οι δημογέροντες εκλέγονταν μετά από ψηφοφορία. Ο υποψήφιος έπρεπε να είναι ευκατάστατος, μορφωμένος, άνω των 40 ετών. Οι διανοητικά ασθενείς και οι βαριά άρρωστοι δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής. Η έδρα της δημογεροντίας βρισκόταν στην εκκλησία. Μετά το τέλος της ψηφοφορίας για την εκλογή δημογερόντων γινόταν η εκλογή του επικεφαλής της κοινότητας.49 Επίσης υπήρχαν σχολική και εκκλησιαστική επιτροπή, τα μέλη των οποίων επιλέγονταν από τους δημογέροντες. Πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή στον οικισμό υπήρχε δημαρχείο αλλά δεν γνωρίζουμε πότε ιδρύθηκε.

8. Εκκλησία

Ο μοναδικός ορθόδοξος χριστιανικός ναός, του Αγ. Γεωργίου, υπήρχε από το 1019, πριν να ιδρυθεί ο οικισμός από τους Οθωμανούς.50 Δε γνωρίζουμε αν λειτουργούσε η μικρή εκκλησία στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης των ορθόδοξων κατοίκων στον οικισμό, αλλά ο Pococke αναφέρει ότι η εκκλησία λειτουργούσε το 1745.51 Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Βεϊνόγλου, στις 23 Απριλίου του 1792 λειτούργησε για πρώτη φορά ο ανακαινισμένος ναός του Αγίου Γεωργίου.52 Στα τέλη του 18ου αιώνα, μετά την αύξηση των χριστιανών ορθοδόξων στο Κουσάντασι, θεωρήθηκε αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας μεγαλύτερος χώρος για τις θρησκευτικές ανάγκες τους. Στις αρχές της δεκαετίας του 1780 ξεκίνησε η διαδικασία ίδρυσης μεγαλύτερης εκκλησίας από τον Μανωλάκη Μπενλή Ογλού.Τελικά με τη βοήθεια του ίδιου, και παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν, οι ορθόδοξοι απέκτησαν το ναό που επιθυμούσαν. Ο αρχιτέκτονας του ναού ήταν ο Χατζή-Αντωνάκης, που την ίδια εποχή είχε αναλάβει το ναό της Παναγίας του Άνω Βαθέος της Σάμου. Η εσωτερική διακόσμηση του ναού τελείωσε στις αρχές του 19ου αιώνα.53 Από αρχιτεκτονική άποψη η εξωτερική όψη της εκκλησίας δεν ανήκει σε κάποιον αναγνωρισμένο τύπο ορθόδοξου ναού.54

Στο Κουσάντασι υπήρχε ναός αφιερωμένος στον προφήτη Ηλία που βρισκόταν σε ένα λόφο έξω από τον οικισμό, αλλά το 1745 σύμφωνα με τις περιγραφές του Pococke ήταν κατεστραμμένος.55

Εκκλησιαστικά το Κουσάντασι υπαγόταν στη Μητρόπολη Εφέσου. Η έδρα της Μητρόπολης βρισκόταν στο Κορδελιό, Ν-ΝΑ σε απόσταση 67 χλμ. Στον οικισμό υπήρχε αρχιερατικός επίτροπος και 4 ιερείς.56

Στην εκκλησιαστική ιστορία του οικισμού υπάρχουν αρκετές αναφορές για νεομάρτυρες. Ο πιο γνωστός ονομαζόταν Πολύδωρος και καταγόταν από την Κύπρο. Μαρτύρησε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1794 και αυτή την ημέρα ετιμάτο η μνήμη του. Η μνήμη των άλλων νεομαρτύρων ετιμάτο στις ακόλουθες ημερομηνίες: στις 5 Απριλίου του Γεώργιου Ντισλόγλου, στις 15 Σεπτεμβρίου του Ιωάννη του Κρητός και στις 3 Δεκεμβρίου του Αγγελή.57

Οι Γρηγοριανοί Αρμένιοι κάτοικοι του οικισμού είχαν δική τους εκκλησία, αλλά δε διαθέτουμε πληροφορίες για την εποχή της ίδρυσής της.

9. Σχολεία

Το πρώτο ελληνικό σχολείο λειτούργησε πριν από το 1792. Ο πρώτος δάσκαλός του ονομαζόταν Γερμανός και καταγόταν από την Αλεξανδρέττα. Ακολούθησε ο Ιθακήσιος μοναχός Σαμουήλ Κασσιανός.58 Στην εποχή του μοναχού Σαμουήλ τα μαθήματα γίνονταν στο νάρθηκα της εκκλησίας.59 Το κτήριο του σχολείου χτίστηκε μάλλον στα μέσα του 19ου αιώνα. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του σχολείου στο 18ο αιώνα, ούτε για το είδος μαθημάτων και τον αριθμό των μαθητών και μαθητριών. Το σχολείο έκλεισε στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης λόγω των ταραχών. Αλλά αργότερα επαναλειτούργησε ως τη Μικρασιατική Καταστροφή.60

Στις αρχές του 20ού αιώνα, σύμφωνα με τον Ξενοφάνη, το περιοδικό του Συλλόγου Μικρασιατών της Αθήνας «Ανατολή», στο Κουσάντασι λειτουργούσαν αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο. Το αρρεναγωγείο ήταν επτατάξιο. Σε αυτό δίδασκαν έξι δάσκαλοι και ο αριθμός των μαθητών ανερχόταν σε 180. Βρισκόταν στο λεγόμενο Μακρύ Σοκάκι πάνω από την εκκλησία.61 Το παρθεναγωγείο ήταν εξατάξιο, με τέσσερις δασκάλες και 150 μαθήτριες. Επίσης λειτουργούσε ένα νηπιαγωγείο,62 το οποίο ιδρύθηκε από τον Εμμανουήλ Βεϊνόγλου, εγγονό του Μανωλάκη.63 Το νηπιαγωγείο το αποκαλούσαν «Μικρό Σχολείο» και βρισκόταν στον Κάτω Μαχαλά.64 Ο Παπαδόπουλος στο βιβλίο του Νέα Έφεσος αναφέρει την ύπαρξη Αστικής Σχολής Αρρένων και παρθεναγωγείου με πέντε τάξεις.65 Ο ίδιος αναφέρει επίσης την ύπαρξη καινούριου σχολείου με το όνομα «Γραικικόν Εκπαιδευτήριον "Ο Ηράκλειτος"», που ήταν το αποτέλεσμα της συγχώνευσης της Αστικής σχολής και του Σχολαρχείου, λόγω έλλειψης προσωπικού.66

Το κτήριο του «Ηράκλειτου» βρισκόταν κάτω από την εκκλησία. Αργότερα καταστράφηκε στη διάρκεια των βομβαρδισμών των Γάλλων, κατά τη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν έξι μαθητές.67




1. Evliya Çelebi, Evliya Çelebi seyahetnamesi: Anadolu, Suriye, Hicaz (1671-72), τόμ. 9 (İstanbul 1935), σελ 144.

2. Foss, C., Ephesus after Antiquity: A late antique Byzantine and Turkish city (Cambridge, New York, Sydney, New Rochelle, Melbourne 1979), σελ. 170.

3. Foss, C., Ephesus after Antiquity: A late antique Byzantine and Turkish city (Cambridge, New York, Sydney, New Rochelle, Melborn 1979), σελ. 170.

4. Σκαλιέρης, Γ. Κ., Λαοί και φυλαί της Μικράς Ασίας (Αθήνα 1922), σελ. 58.

5. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 9, και Faroqhi, S., Towns and townsmen of Ottoman Anatolia: trade, crafts and food production in an urban setting 1520-1560 (Cambridge, London, New York, New Rochelle, Melbourne, Sydney 1984), σελ. 116-117.

6. Βεϊνόγλου, Κ. Ε., «Ιστορία της εν Ν. Εφέσω οικογενείας Βεϊνόγλου», Μικρασιατικά Χρονικά, τόμ. 12 (Αθήνα 1965), σελ. 414.

7. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 39-45.

8. Foss, C., Ephesus after Antiquity: A late antique Byzantine and Turkish city (Cambridge, New York, Sydney, New Rochelle, Melbourne 1979), σελ. 170.

9. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 91.

10. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 102, 122.

11. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 140-141.

12. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 151.

13. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 163.

14. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 172.

15. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 10-11.

16. Goffman, D., Izmir from village to colonial port city, στο Eldem, E. – Goffman, D. – Masters, B., The Ottoman city between East and West: Aleppo, Izmir and Istanbul (Cambridge 1999), σελ. 92.

17. Goffman, D., Izmir and the Levantine world 1550-1650 (Seattle, London 1990), σελ. 83-84.

18. Goffman, D., Izmir and the Levantine world 1550-1650 (Seattle, London 1990), σελ. 83.

19. Evliya Çelebi, Evliya Çelebi seyahetnamesi: Anadolu, Suriye, Hicaz (1671-72), τόμ. 9 (İstanbul 1935), σελ 144.

20. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 12.

21. Pococke, R., A description of the east and some other countries, vol. 2, Part I: Observations on Palestine or the Holy Land, Syria, Mesopotamia, Cyprus, and Candia, Part II : Oservations on the lands of the Archipelago, Asia Minor, Thrace, Greece, and other Parts of Europe (London 1745), σελ. 45.

22. Frangakis-Syrett, E., The commerce of Smyrna in the Eighteenth century (1700-1820) (Athens 1992), σελ. 26.

23. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αιώνα – 1919:οι Ελληνορθόδοξες κοινότητες από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος (Αθήνα 1997), Πίνακες του Ρωμεϊκού πληθυσμού των πόλεων και χωριών από το Βιλαέτι του Αϊδινίου.

24. Ξενοφάνης Σύγγραμμα Περιοδικόν του Συλλόγου των Μικρασιατών «Ανατολής», τόμ. Β, τεύχ. 4 (Αθήνα, Ιανουάριος 1905), σελ. 522.

25. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αιώνα – 1919:οι Ελληνορθόδοξες κοινότητες από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος (Αθήνα 1997), Πίνακες του Ρωμεϊκού πληθυσμού των πόλεων και χωριών από το Βιλαέτι του Αϊδινίου.

26. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 6.

27. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 102.

28. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 140-141.

29. Κοντογιάννης, Π. Μ., Γεωγραφία της Μικράς Ασίας (Αθήναι 1921), σελ. 320.

30. Βλ. Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Επαρχία Ιωνίας, περιφέρεια Σμύρνης, τμήμα Κουσάντασι, οικισμός Κουσάντασι, Ι 38 και Ι 39.

31. Evliya Çelebi, Evliya Çelebi seyahetnamesi: Anadolu, Suriye, Hicaz (1671-72), τόμ. 9 (İstanbul 1935), σελ 144, και Chandler, R., Travel in Asia Minor: or an account of a tour made at the expense of the society of dilettante, (Dublin 1775), σελ. 142.

32. Evliya Çelebi, Evliya Çelebi seyahetnamesi: Anadolu, Suriye, Hicaz (1671-72), τόμ. 9 (İstanbul 1935), σελ 144.

33. Evliya Çelebi, Evliya Çelebi seyahetnamesi: Anadolu, Suriye, Hicaz (1671-72), τόμ. 9 (İstanbul 1935), σελ 145.

34. Evliya Çelebi, Evliya Çelebi seyahetnamesi: Anadolu, Suriye, Hicaz (1671-72), τόμ. 9 (İstanbul 1935), σελ 145.

35. Pococke, R., A description of the east and some other countries, vol. 2, Part I: Observations on Palestine or the Holy Land, Syria, Mesopotamia, Cyprus, and Candia, Part II : observations on the lands of the Archipelago, Asia Minor, Thrace, Greece, and other Parts of Europe (London 1745), σελ. 45.

36. Βεϊνόγλου, Κ. Ε., «Ιστορία της εν Ν. Εφέσω οικογενείας Βεϊνόγλου», Μικρασιατικά Χρονικά, τόμ. 12 (Αθήνα 1965), σελ. 414.

37. Chandler, R., Travel in Asia Minor: or an account of a tour made at the expense of the society of dilettante, (Dublin 1775), σελ. 142.

38. Βλ. Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Επαρχία Ιωνίας, περιφέρεια Σμύρνης, τμήμα Κουσάντασι, οικισμός Κουσάντασι, Ι 38.

39. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 11.

40. Βεϊνόγλου, Κ. Ε., «Ιστορία της εν Ν. Εφέσω οικογενείας Βεϊνόγλου», Μικρασιατικά Χρονικά, τόμ. 12 (Αθήνα 1965), σελ. 415.

41. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 23.

42. Faroqhi, S., Towns and townsmen of Ottoman Anatolia: trade, crafts and food production in an urban setting 1520-1560 (Cambridge, London, New York, New Rochelle, Melbourne, Sydney 1984), σελ. 116-117.

43. Evliya Çelebi, Evliya Çelebi seyahetnamesi: Anadolu, Suriye, Hicaz (1671-72), τόμ. 9 (İstanbul 1935), σελ 145.

44. Pococke, R., A description of the east and some other countries, vol. 2, Part I: Observations on Palestine or the Holy Land, Syria, Mesopotamia, Cyprus, and Candia, Part II : observations on the lands of the Archipelago, Asia Minor, Thrace, Greece, and other Parts of Europe (London 1745), σελ. 45.

45. Dallaway, J., Constantinople ancient and Modern with excursion to the shores and islands of the Archipelago and to the Troad (London 1797), σελ. 230-231.

46. Frangakis-Syrett, E., The commerce of Smyrna in the Eighteenth century (1700-1820) (Athens 1992), σελ. 26.

47. Βεϊνόγλου, Κ. Ε., «Ιστορία της εν Ν. Εφέσω οικογενείας Βεϊνόγλου», Μικρασιατικά Χρονικά, τόμ. 12 (Αθήνα 1965), σελ. 412.

48. Σολδάτος, Χ., Ο οικονομικός βίος των Ελλήνων της Δυτικής Μικράς Ασίας: Ιωνίας, Αιολίδας, Μυσίας, Βιθυνίας, Λυδίας και Καρίας 1880-1922 (Αθήνα 1994), σελ. 184, 192, 201, 202, 215.

49. Βλ. Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Επαρχία Ιωνίας, περιφέρεια Σμύρνης, τμήμα Κουσάντασι, οικισμός Κουσάντασι, Ι 39.

50. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 13.

51. Pococke, R., A description of the east and some other countries, vol. 2, Part I: Observations on Palestine or the Holy Land, Syria, Mesopotamia, Cyprus, and Candia, Part II : observations on the lands of the Archipelago, Asia Minor, Thrace, Greece, and other Parts of Europe (London 1745), σελ. 45.

52. Βεϊνόγλου, Κ. Ε., «Ιστορία της εν Ν. Εφέσω οικογενείας Βεϊνόγλου», Μικρασιατικά Χρονικά, τόμ. 12 (Αθήνα 1965), σελ. 417.

53. Βλ. Βεϊνόγλου, Κ. Ε., «Ιστορία της εν Ν. Εφέσω οικογενείας Βεϊνόγλου», Μικρασιατικά Χρονικά, τόμ. 12 (Αθήνα 1965), σελ. 417, και Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 17.

54. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 22-23.

55. Pococke, R., A description of the east and some other countries, vol. 2, Part I: Observations on Palestine or the Holy Land, Syria, Mesopotamia, Cyprus, and Candia, Part II : observations on the lands of the Archipelago, Asia Minor, Thrace, Greece, and other Parts of Europe (London 1745), σελ. 45.

56. Ξενοφάνης Σύγγραμμα Περιοδικόν του Συλλόγου των Μικρασιατών «Ανατολής», τόμ. Β, τεύχ. 4 (Αθήνα, Ιανουάριος 1905), σελ. 522.

57. Βλ. Βεϊνόγλου, Κ. Ε., «Ιστορία της εν Ν. Εφέσω οικογενείας Βεϊνόγλου», Μικρασιατικά Χρονικά, τόμ. 12 (Αθήνα 1965), σελ. 417-421.

58. Σολδάτος, Χ., Η εκπαιδευτική και πνευματική κίνηση του Ελληνισμού της Μ. Ασίας (1800-1922), τόμ. Α: Η Γέννηση και η εξέλιξη των σχολείων (Αθήνα 1989), σελ. 120.

59. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 167.

60. Σολδάτος, Χ., Η εκπαιδευτική και πνευματική κίνηση του Ελληνισμού της Μ. Ασίας (1800-1922), τόμ. Α: Η Γέννηση και η εξέλιξη των σχολείων (Αθήνα 1989), σελ. 120.

61. Βλ. Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Επαρχία Ιωνίας, περιφέρεια Σμύρνης, τμήμα Κουσάντασι, οικισμός Κουσάντασι, Ι 38.

62. Σολδάτος, Χ., Η εκπαιδευτική και πνευματική κίνηση του Ελληνισμού της Μ. Ασίας (1800-1922), τόμ. Α: Η Γέννηση και η εξέλιξη των σχολείων (Αθήνα 1989), σελ. 199.

63. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 168.

64. Βλ. Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Επαρχία Ιωνίας, περιφέρεια Σμύρνης, τμήμα Κουσάντασι, οικισμός Κουσάντασι, Ι 38.

65. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 168.

66. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 168-169.

67. Παπαδόπουλος, Σ. Ε., Νέα Έφεσος (Αθήνα 1965), σελ. 92-93.