Σέλγη (Αρχαιότητα), Θέατρο

1. Θέση

Το θέατρο της Σέλγης είναι κτισμένο έξω από τα τείχη της αρχαίας πόλης, στα βορειοδυτικά της κάτω Αγοράς και του σημερινού χωριού Zerk (Altınkaya Köyü). Σε απόσταση περίπου 100 μ. από αυτό, προς τα νοτιοανατολικά, βρισκόταν το στάδιο. Το θέατρο αποτελεί το καλύτερα σωζόμενο οικοδόμημα της αρχαίας πόλης.1

2. Αρχιτεκτονική περιγραφή

Πρόκειται για θέατρο ρωμαϊκού-μικρασιατικού τύπου, σχετικά μεγάλο, χωρητικότητας 8.700 θέσεων.2 Το κοίλον του θεάτρου ακολουθεί τη συνήθη χάραξη, έχει δηλαδή σχήμα μεγαλύτερο του ημικυκλίου, διαμέτρου 102 μ. Είναι χτισμένο πάνω σε φυσική πλαγιά εκμεταλλευόμενο την κλίση της, ακολουθώντας τη συνήθη πρακτική των θεάτρων του ελληνικού τύπου.3 Για την κατασκευή των πλευρικών τμημάτων (αναλήμματα) χρειάστηκε να χρησιμοποιηθούν βοηθητικές υποκατασκευές, ώστε να καλύψουν την κλίση του εδάφους. Ταυτόχρονα, το άνω τμήμα του κοίλου (summa cavea-maenianum) είναι κτισμένο πάνω σε ένα σύστημα ισχυρών υποκατασκευών και θολωτών διαδρόμων με ακτινωτή διάταξη, που σήμερα όμως έχουν καταρρεύσει.

Το κοίλον διαιρείται μέσω ενός οριζόντιου διαδρόμου (διάζωμα, praesinctio) σε δύο τμήματα (maeniana). Στην άνω απόληξη του κοίλου υπήρχε άλλος ένας περιμετρικός διάδρομος, πλάτους 3,30 μ., για τη μετακίνηση των θεατών. Η πρόσβαση σε αυτούς τους δύο διαδρόμους γινόταν από την πίσω πλευρά του βράχου, μέσω μιας γέφυρας που σήμερα δε σώζεται.

Η ορχήστρα έχει σχήμα πετάλου και περιβάλλεται από αγωγό συγκέντρωσης των όμβριων υδάτων (εύριπο), βάθους 0,30 μ. Διαχωρίζεται από το κοίλον με στηθαίο, ύψους 1,24 μ. Αυτό το στηθαίο προστάτευε τους θεατές από τα βίαια δρώμενα που διεξάγονταν στην ορχήστρα όταν αυτή κατά τα Αυτοκρατορικά χρόνια μετατράπηκε σε αρένα για μονομαχίες και κυνήγι άγριων ζώων. Πίσω από το στηθαίο και μέχρι την κατώτερη σειρά εδωλίων του κάτω τμήματος του κοίλου μεσολαβεί ένας ακόμα περιμετρικός διάδρομος, πλάτους 0,83 μ.4

Tο κάτω τμήμα του κοίλου (θέατρον, ima cavea-maenianum) διαιρείται από δώδεκα κλίμακες5 σε έντεκα κερκίδες (cunei). Υπολογίζονται συνολικά είκοσι εννέα σειρές εδωλίων.6 Στην τελευταία σειρά τα εδώλια έφεραν ερισίνωτο, όπως στο θέατρο στα Μύρα της Λυκίας και στην Τερμησσό της Πισιδίας.7 Αυτές οι θέσεις προστάτευαν τους καθήμενους θεατές αλλά επίσης λειτουργούσαν και ως προστατευτικό στηθαίο για τους θεατές που κινούνταν στο διάδρομο (διάζωμα), το οποίο είχε πλάτος 2,80 μ. Στο δυτικό τμήμα του περιμετρικού διαδρόμου είχε τοποθετηθεί ηλιακό ρόλοι κωνικού σχήματος, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα.8Ανάμεσα στο διάζωμα και το άνω τμήμα του κοίλου παρεμβάλλεται επίσης ψηλό στηθαίο και ένας διάδρομος.9

Το άνω τμήμα του κοίλου (επιθέατρον, summa cavea-maenianum) διαιρείται από είκοσι τρεις κλίμακες10 σε είκοσι δύο κερκίδες και περιλαμβάνει δεκαπέντε σειρές εδωλίων. Η πρόσβαση σε αυτό γίνεται μέσα από ένα σύστημα ισχυρών υποκατασκευών και υπόγειων διαδρόμων που στεγάζονται με καμάρες.11 Οι υποκατασκευές αυτές χωρίζονται σε πέντε ομάδες και ακολουθούν ακτινωτή χάραξη. Η πρόσβαση σε αυτές γινόταν από τοξωτές εισόδους στους εξωτερικούς τοίχους του κοίλου. Καθεμιά από τις υποκατασκευές διαιρείται σε τρία μέρη: ένα κεντρικό ορθογώνιο τμήμα, που λειτουργούσε ως χώρος συγκέντρωσης του κοινού στα διαλείμματα, και δύο επιμήκεις θολωτούς διαδρόμους που το πλαισιώνουν. Αυτοί οι δέκα θολωτοί διάδρομοι οδηγούσαν σε τοξωτές θύρες απ’ όπου εισερχόταν το κοινό κατευθείαν στον κεντρικό περιμετρικό διάδρομο. Δεξιά και αριστερά των θυρών υπήρχαν κλίμακες για την άνοδο των θεατών στις θέσεις τους. Με αυτό το σύστημα ήταν πια πολύ εύκολο και γρήγορο να γεμίσει και να αδειάσει το θέατρο χωρίς να ταλαιπωρείται το πλήθος.

Η πρόσβαση στο θέατρο γινόταν και μέσω των παρόδων.12 Οι πάροδοι στεγάζονταν με ημικυλινδρικό θόλο (καμάρα), συνδέοντας έτσι το κοίλον με το σκηνικό οικοδόμημα και δημιουργώντας ένα ενιαίο αρχιτεκτονικά σύνολο, στοιχείο χαρακτηριστικό για τα ρωμαϊκά θέατρα. Κατέληγαν σε εισόδους με διπλά τόξα. Καλύτερα διατηρούνται αυτά της ανατολικής παρόδου. Πάνω από τις παρόδους κτίστηκαν επιπλέον τέσσερις σειρές εδωλίων, τα θεωρεία (tribunalia), που προστατεύονται από ένα υψηλό πόδιο. Τα θεωρεία ήταν προσβάσιμα από το βάθρο της σκηνής μέσω μιας κλίμακας, καθώς και από τις κλίμακες δίπλα στους αναλημματικούς τοίχους. Η δυτική πάροδος διαμορφωνόταν ως μια εσωτερική αυλή, καθώς οι γωνίες των αναλημματικών τοίχων ενισχύονταν με πεσσούς και τοίχους.

Το σκηνικό οικοδόμημα, ορθογώνιας κάτοψης, σήμερα έχει καταρρεύσει, και το προσκήνιο έχει καλυφθεί από το χώμα.13 Το προσκήνιο διαρθρωνόταν από εννέα ορθογώνια θυρώματα που οδηγούσαν στην ορχήστρα14 και κοσμούνταν με πεσσίσκους (ανά δύο πεσσούς διανοίγονταν τρεις θύρες). Το σκηνικό μέτωπο (scaenae frons) ήταν μνημειακά διαμορφωμένο με δύο ορόφους, ο πρώτος από τους οποίους έφερε ιωνική κιονοστοιχία, ενώ ο δεύτερος κορινθιακή. Στον πρώτο όροφο της πρόσοψης της σκηνής ανοίγονταν θυρώματα, οι διαστάσεις των οποίων μειώνονταν σταδιακά από το κέντρο προς τις άκρες, και τετράγωνοι ναΐσκοι (aediculae) με αψιδωτή ή επίπεδη επίστεψη σε εναλλαγή. Μπροστά από τα θυρώματα υπήρχαν βάθρα, ύψους 0,78 μ., που έφεραν από δύο κίονες και ημικίονες (μόνο τα βάθρα εκατέρωθεν της κεντρικής θύρας έφεραν από τρεις κίονες και ημικίονες).15Η ίδια αρχιτεκτονική διάκοσμηση με ελάχιστες διαφορές επαναλαμβανόταν και στον άνω όροφο της σύνθεσης.

Το θέατρο ήταν κατασκευασμένο με λιθόπλινθους από ντόπιο ασβεστόλιθο και στην τοιχοδομία του είχε χρησιμοποιηθεί κατά κύριο λόγο το ισόδομο σύστημα.

3. Χρονολόγηση

Οι επικρατέστερες απόψεις σχετικά με τη χρονολόγηση του θεάτρου είναι της De Bernardi Ferrero από τη μία και των Machatschek και Schwartz από την άλλη. Η De Bernardi Ferrero, στηριζόμενη στο γεγονός ότι στο οικοδόμημα δεν έχει γίνει χρήση μαρμάρου, χρονολογεί το θεατρικό οικοδόμημα στο γ΄ τέταρτο του 3ου αιώνα μ.Χ. (250-275μ.Χ).16

Άλλα επιχειρήματα της De Bernardi Ferrero που ενισχύουν την άποψή της για τη χρονολόγηση αφορούν αρχιτεκτονικές και διακοσμητικές επιλογές που εφαρμόστηκαν, όπως: 1) το σύστημα των κλιμάκων του επιθεάτρου, 2) η χρήση των ακτινωτά διατεταγμένων υποκατασκευών, που παρόμοιές τους βρίσκονται σε θέατρα ύστερης εποχής στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας και στα μικρασιατικά θέατρα στις πόλεις Πέργη, Αιζανοί, Μίλητος, Σαγαλασσός, Μύρα, και 3) ο λιτός διάκοσμος των αρχιτεκτονικών μελών της πρόσοψης της σκηνής.17

Αντίθετα, οι Machatschek και Schwartz τοποθετούν την κατασκευή του θεάτρου πολύ νωρίτερα, στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ., καθώς θεωρούν ότι τα αρχιτεκτονικά αυτά στοιχεία εμφανίζονται ήδη στο θέατρο της Ασπένδου (139-168 μ.Χ.).18 Ταυτόχρονα, για το γεγονός της μη χρήσης μαρμάρου, υποστηρίζουν ότι έφταιγαν οι απότομοι και γεμάτοι στροφές δρόμοι πρόσβασης στην πόλη, πράγμα που δυσχέραινε τη μεταφορά του υλικού αυτού, και γι’ αυτό ως οικοδομικό υλικό προτιμήθηκε ο ελαφρύτερος ασβεστόλιθος.19

Κάποια στιγμή στην Ύστερη Αρχαιότητα η ορχήστρα μετατράπηκε σε αρένα όπου διεξάγονταν μονομαχίες και κυνήγι άγριων ζώων. Αυτό μαρτυρεί επιγραφή που βρέθηκε από τον Lanckoroński.20

4. Σημερινή κατάσταση

Η υπάρχουσα κατάσταση του κτίσματος είναι πολύ καλή. Πρόκειται για το καλύτερα διατηρημένο αρχαίο μνημείο στη Σέλγη. Το κοίλον σώζεται σε καλή κατάσταση, αν και οι ανώτερες σειρές εδωλίων έχουν υποστεί καταστροφές. Το σκηνικό οικοδόμημα σώζεται μέχρι το επίπεδο του προσκηνίου. Στο μνημείο δεν έχουν πραγματοποιηθεί ούτε αρχαιολογικές ούτε αναστηλωτικές εργασίες. Δεν αναφέρονται χρήσεις του σε μεταγενέστερες περιόδους.




1. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 72.

2. Υπολογίζονται 30 σειρές εδωλίων στο κάτω τμήμα του κοίλου (θέατρον) και 15 σειρές στο άνω τμήμα του κοίλου (επιθέατρον). Για κάθε εδώλιο υπολογίζεται χώρος 0,50 μ.· βλ. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 72.

3. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 72.

4. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 72.

5. Οι κλίμακες που βρίσκονται κατά μήκος των αναλημματικών τοίχων καθώς και η 3η, 5η, 8η, 10η κλίμακα αποτελούνται από 64 αναβαθμούς, ενώ οι υπόλοιπες από 59 αναβαθμούς· βλ. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 72, σημ. 492.

6. Τριάντα (30) σειρές εδωλίων κατά την De Bernardi Ferrero, που όμως είναι παλαιότερη δημοσίευση.

7. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 73, εικ. 48.

8. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 73, σημ. 494, εικ. 49.

9. Το στηθαίο έχει ύψος 2,65 μ. και ο διάδρομος έχει πλάτος 1,12 μ. Βλ. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 73.

10. Με 23 αναβαθμούς η καθεμία.

11. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 73, πίν. ΧΙΙ, ΧΙΙΙ, εικ. 45-46.

12. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 74· De Bernardi Ferrero, D., Teatri classici in Asia Minore 1 (Roma 1966), σελ. 44 κ.ε.

13. De Bernardi Ferrero, D., Teatri classici in Asia Minore 1 (Roma 1966), σελ. 51.

14. Οι θύρες έχουν ύψος 2,05 μ., πλάτος 0,60 μ., βάθος 0,25 μ. Βλ. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 75, σημ. 511.

15. Πίσω από τους κίονες που βρίσκονται σε πρώτο επίπεδο διαμορφώνονταν οι ημικίονες.

16. Επειδή μέσα στον 3o αιώνα μ.Χ. τα λατομεία μαρμάρου εγκαταλείφθηκαν εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας και των συνεχών συγκρούσεων των στρατηγών μεταξύ τους· βλ. De Bernardi Ferrero, D., Teatri classici in Asia Minore 1 (Roma 1966), σελ. 52.

17. Σε σχέση με το πλούσια διακοσμημένο θέατρο της Πέργης, που ανήκει στην εποχή των Σεβήρων (193-235 μ.Χ.), βλ. De Bernardi Ferrero, D., Teatri classici in Asia Minore 1 (Roma 1966), σελ. 53, και De Bernardi Ferrero, D., Teatri classici in Asia Minore 4 (Roma 1974), σελ. 128.

18. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 79.

19. Όλα τα κτίσματα στη Σέλγη είναι από ασβεστόλιθο. Μόνο ο περίπτερος ναός του Διός είναι από μάρμαρο και κάποια τμήματα του Νυμφαίου· βλ. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 79, σημ. 527-529.

20. Machatschek, A. Schwartz, M., Bauforschungen in Selge (TAM Suppl. 9a, Wien 1981), σελ. 80, σημ. 538-539. Βλ. επίσης Lanckoroński, K., Städte Pamphyliens und Pisidiens 2: Pisidien (Wien 1892), αρ. 247a· Rober, L., Les gladiateurs dans l’Orient Grec ( Paris 1940), σελ. 143, αρ. 99.