|
|
|
|
|
ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ
|
|
δούκας, ο (λατ. dux, -cis)
Αρχαιότητα: Ρωμαίος στρατιωτικός αξιωματούχος που σε ορισμένες επαρχίες είχε και διοικητικές αρμοδιότητες. Βυζάντιο: Κατά κανόνα ανώτατος στρατιωτικός αξιωματούχος. Από το β΄ μισό του 10ου αιώνα, ο όρος δηλώνει το στρατιωτικό διοικητή μιας μεγάλης περιφέρειας. Μετά το 12ο αιώνα, οι δούκες εμφανίζονται ως διοικητές μικρών θεμάτων.
|
μέγας δομέστικος, ο
Ανώτατος στρατιωτικός διοικητής. Το αξίωμα του μεγάλου δομεστίκου αντικατέστησε σε απροσδιόριστο χρόνο το αξίωμα του δομεστίκου των σχολών της Μέσης Βυζαντινής περιόδου. Κατά τον 11ο-12ο αιώνα ο μέγας δομέστικος διοικούσε τα ξεχωριστά στρατεύματα της Ανατολής και της Δύσης. Το 13ο αιώνα, ωστόσο, ο διαχωρισμός αυτός είχε εκλείψει. Ιεραρχικά τοποθετείται μετά τον πρωτοβεστιάριο και το μέγα στρατοπεδάρχη, ενώ το 14ο αιώνα μετά τον καίσαρα. Ως ανώτατος τίτλος δινόταν επίσης σε στενούς συγγενείς του αυτοκράτορα.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|