Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Αλικαρνασσός (Αρχαιότητα)

Συγγραφή : Παλαιοθόδωρος Δημήτρης (3/7/2008)

Για παραπομπή: Παλαιοθόδωρος Δημήτρης, «Αλικαρνασσός (Αρχαιότητα)», 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=3519>

Αλικαρνασσός (Αρχαιότητα) (2/10/2008 v.1) Halicarnassus (Antiquity) - προς ανάθεση 
 

1. Θέση

Πόλη της Καρίας στη θέση της σύγχρονης πόλης Bodrum, στην απόληξη της ομώνυμης χερσονήσου, που ήταν διάσπαρτη με οικισμούς αυτοχθόνων, Λελέγων και Καρών.1 Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης την αποκαλεί βασιλεία της Καρίας και τη θεωρεί τη μεγαλύτερη πόλη της Καρίας.2 Οι κάτοικοί της αποκαλούνται από τις πηγές Αλικαρνασσείς και Αλικαρνάσσιοι.


2. Ιστορία της Αλικαρνασσού και της περιοχής της

2.1. Εποχή του Χαλκού

Το Müsgebi στη χερσόνησο της Αλικαρνασσού ήταν μια μυκηναϊκή θέση του 13ου αι., όπως προκύπτει από την επείσακτη κεραμική από τα Δωδεκάνησα και την Αργολίδα, αλλά και τις τοπικές απομιμήσεις, ορισμένες από τις οποίες ανάγονται και στο 12ο αι.3 Θέσεις γύρω από την Αλικαρνασσό, όπως το Asarlik και το Dirmil, έχουν ταφές με πρωτογεωμετρική κεραμική αθηναϊκού τύπου. Η υπόθεση ότι υποδέχθηκαν πρόσφυγες από την Αθήνα δεν μπορεί να αποδειχθεί, αλλά είναι ιδιαίτερα ελκυστική.4 Πάντως θεωρείται πιθανόν οι επείσακτοι από το Αιγαίο να διδάχθηκαν εκεί την πρακτική της καύσης των νεκρών, που ήταν ήδη διαδεδομένη στη Μικρά Ασία και να τη διέδωσαν με τη σειρά τους στη μητροπολιτική Ελλάδα.5

Η Αλικαρνασσός ιδρύθηκε περίπου το 1000 π.Χ. από Δωριείς αποίκους με επικεφαλής τον Άνθη από την Τροιζήνα.6 Η περίφημη επιγραφή της Σαλμακίδος, που βρέθηκε στην ομώνυμη χερσόνησο, κοντά στην κρήνη που έφερε το ίδιο όνομα, είναι ένα μακροσκελές επίγραμμα (60 στίχων) το οποίο αναφέρεται εκτενώς σε μια εν πολλοίς άγνωστη μυθογραφία της ίδρυσης της πόλης, που παντρεύει το καρικό με το ελληνικό παρελθόν αυτής, αλλά και της περιοχής συνολικά.7 Η Αλικαρνασσός θεωρείται πατρίδα των Κουρητών, που συντρόφευσαν το Δία όταν ήταν παιδί, και της νύμφης Σαλμακίδος, η οποία ανέθρεψε τον Ερμαφρόδιτο, αυτόν που πρώτος ανακάλυψε τους νόμους του γάμου. Ιδρυτές της είναι διαδοχικά ο Πήγασος και ο Βελλερεφόντης (ιδρυτές των Πηδάσων), ο Αθηναίος Κραναός, που εγκατέστησε τους άριστους των Κεκροπιδών στη Σαλμακίδα, ο γενναίος Ενδυμίων (εθνάρχης των Καρών) και μια σειρά από άλλα μυθικά πρόσωπα που αναφέρονται σε ένα πολύ αποσπασματικό σημείο της επιγραφής.

2.2. Αρχαϊκή περίοδος

Η Αλικαρνασσός ανήκε αρχικά στη δωρική εξάπολη, που είχε έδρα το ιερό του Τριοπίου Απόλλωνα στη χερσόνησο της Κνίδου, μαζί με την Κνίδο, την Κω, τη Λίνδο, την Ιάλυσο και τη Ρόδο. Λόγω όμως του μεικτού χαρακτήρα του πληθυσμού της, σύντομα εκδιώχθηκε. Πράγματι, η έρευνα των ονομάτων των κατοίκων της πόλης υποδηλοί ότι μεγάλο τμήμα του πληθυσμού δεν ήταν ελληνικής καταγωγής, αλλά Κάρες και Λέλεγες. Εξάλλου, κατά την Κλασική περίοδο το διαλεκτικό στοιχείο που επικρατεί είναι το ιωνικό, όχι το δωρικό.

Στα τέλη του 7ου αι. π.Χ., σύμφωνα με την επικρατέστερη χρονολόγηση, η Αλικαρνασσός συμμετείχε στην ανοικοδόμηση του ιερού του Ελληνίου της Ναύκρατης, μαζί με τις δωρικές πόλεις της Ρόδου, και της Κνίδου, τους Ίωνες της Χίου, της Τέω, της Φώκαιας και των Κλαζομενών και τους Αιολείς της Μυτιλήνης.8 Μετά το 546 π.Χ. πέρασε στην κατοχή των Περσών.

2.3. Κλασική περίοδος

Κατά τη διάρκεια του α΄ μισού του 5ου αι. π.Χ. η πόλη κυβερνήθηκε από τοπική δυναστεία, τα μέλη της οποίας ο Ηρόδοτος, πολιτικός τους αντίπαλος, τα αποκαλεί τυράννους. Πρώτος εκπρόσωπος ήταν ο Λύγδαμις. Η κόρη του Αρτεμισία πολέμησε στη μάχη της Σαλαμίνας στο πλευρό των Περσών, επικεφαλής πέντε πλοίων από την Αλικαρνασσό, την Κω, τη Νίσυρο και τα Κάλυδνα, και διακρίθηκε για το θάρρος της.9 Η δυναστεία αποδυναμώθηκε από εμφύλιες συγκρούσεις. Το 468 π.Χ., ο τύραννος Λύγδαμις, γιος του τυράννου Πισινδήλιδος και εγγονός της Αρτεμισίας, εκδίωξε τους αριστοκράτες. Τότε εγκατέλειψε την Αλικαρνασσό και η οικογένεια του ιστορικού Ηροδότου, ο πατέρας του Λύξης και η μητέρα του Δρυώ. Οι ποικιλώνυμες πολιτικές αναταράξεις της περιόδου φαίνεται πως εν μέρει οφείλονταν και στην εθνοτική ποικιλομορφία του πολιτικού σώματος της Αλικαρνασσού.10 Στην επιγραφή των μέσων του 5ου αι. π.Χ., όπου γίνεται λόγος για τη δήμευση περιουσιών και τον πλειστηριασμό τους, τα ονόματα των κατοίκων είναι και ελληνικά και καρικά: μάλιστα, τυγχάνει στην ίδια οικογένεια ο πατέρας να έχει ελληνικό όνομα και ο γιος καρικό ή το αντίστροφο.11

Περίπου το 465 π.Χ. ο Κίμωνας εκστράτευσε στην Καρία για λογαριασμό της συμμαχίας της Δήλου. Τότε η Αλικαρνασσός προσχώρησε στη συμμαχία: αναφέρεται στους καταλόγους εισφορών στο συμμαχικό ταμείο από το 454/453 έως το 429/428 π.Χ. ως τμήμα του λεγόμενου καρικού φόρου. Συνήθως πλήρωνε το ποσό του ενός ταλάντου και 4.000 δραχμών. Το 447/446 π.Χ. η εισφορά ήταν της τάξης των 2 ταλάντων, ενώ το 441/440 π.Χ. ανήλθε στο ένα τάλαντο και 4.840 δραχμές.12 Παρέμεινε πιστή στην Αθήνα έως τα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.Χ.). Μάλιστα, το 410/409 π.Χ. η πόλη της Αθήνας εξέδωσε τιμητικό ψήφισμα προς τιμήν των Αλικαρνασσέων.13

Αργότερα πέρασε στη σπαρτιατική σφαίρα επιρροής. Ο Αθηναίος Θρασύβουλος την ανέκτησε το 389 π.Χ., κατά τη διάρκεια μιας εκστρατείας που είχε κυρίως στόχο τη λεηλασία των μικρασιατικών παραλίων και προκάλεσε αρκετή δυσαρέσκεια.14 Με την ειρήνη του 386 π.Χ. (Ανταλκίδειος ειρήνη) η Αλικαρνασσός, όπως και όλες οι πόλεις της Ασίας, αποδόθηκε στον Πέρση βασιλέα.

Στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. η Καρία βρίσκεται υπό τον περσικό έλεγχο, αλλά την εξουσία ασκούν τοπικοί ηγεμόνες, οι Εκατομνίδες. Ο Μαύσωλος διαδέχθηκε τον πατέρα του Εκάτομνο το 377 π.Χ. Μετέφερε την έδρα της σατραπείας από τα Μύλασα στην Αλικαρνασσό, λόγω της οχυρής θέσης της πόλης, αλλά και εξαιτίας του στρατηγικού χαρακτήρα των δύο λιμανιών της. Μετά το θάνατό του, το 353 π.Χ., οι Ρόδιοι επιτέθηκαν στην πόλη και παραλίγο να την καταλάβουν. Την επίθεση απέκρουσε η σύζυγος και αδελφή του Μαυσώλου, η Αρτεμισία, η οποία κυβέρνησε έως το θάνατό της, το 351 π.Χ. Ο μικρός αδελφός του Μαυσώλου, ο Ιδριεύς, και η σύζυγός του Άδα κατέλαβαν την εξουσία έως το 340 π.Χ., όταν τους παραγκώνισε ένας άλλος αδελφός, ο Πιξόδαρος. Το 334 π.Χ., η πόλη πέρασε εκ νέου στα χέρια των Περσών και αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους προμαχώνες της άμυνάς τους στη Μικρά Ασία.

Η Αλικαρνασσός αποτέλεσε το θέατρο μιας από τις πιο σημαντικές μάχες κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το ανοικτό λιμάνι, οι οχυρές ακροπόλεις, που επέτρεπαν τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό από θαλάσσης, αλλά και η ισχυρή φρουρά καθιστούσαν την κατάκτηση της πόλης πολύ δύσκολη. Το γενικό πρόσταγμα της άμυνας είχε ο Ρόδιος Μέμνων, ο σημαντικότερος στρατηγός του Δαρείου Γ΄ στη Δύση, που είχε συγκεντρώσει στην πόλη το σύνολο των μισθοφόρων οι οποίοι είχαν ξεφύγει από τις πόλεις που είχαν καταλάβει οι Μακεδόνες. Επιπλέον, δημιούργησε ένα φράγμα από τριήρεις μπροστά από το λιμάνι. Στην πολιορκία, που δεν πρέπει να κράτησε πάνω από μία ή το πολύ δύο εβδομάδες, οι Μακεδόνες δοκίμασαν κάθε δυνατό τέχνασμα: γέμισαν τις αμυντικές τάφρους μπροστά από τα τείχη, έστησαν πολιορκητικούς πύργους και εξαπέλυσαν βροχή βελών και λίθων, άνοιξαν υπονόμους και επιτέθηκαν με πολιορκητικούς κριούς. Οι υπερασπιστές διενεργούσαν εξόδους και έκτισαν μια δεύτερη γραμμή τείχους από πλίνθους και έναν ξύλινο πύργο. Μια απελπισμένη νυκτερινή επίθεση που διέρρηξε το τείχος τέλειωσε με εκατόμβη των Μακεδόνων επιτιθέμενων και ο Αλέξανδρος συνθηκολόγησε για να μπορέσει να παραλάβει τους νεκρούς που είχαν απομείνει άταφοι μέσα στην πόλη. Η ηρωική αντεπίθεση των Αθηναίων μισθοφόρων, με ηγέτες το Θρασύβουλο και τον Εφιάλτη, λίγο έλειψε να κατανικήσει τους Μακεδόνες.

Τελικά όμως οι μισθοφόροι υπέστησαν απώλειες και αναδιπλώθηκαν. Ο Μέμνονας και ο σατράπης της Καρίας Οροντοβάτης συγκάλεσαν σύσκεψη, όπου αποφασίστηκε να εγκαταλείψουν την πόλη και να καταφύγουν στις ακροπόλεις. Έκαψαν την πόλη και την καταστροφή ολοκλήρωσε ο Αλέξανδρος ισοπεδώνοντας τα σπίτια γύρω από την ακρόπολη Σαλμακίδα. Οι Μακεδόνες άφησαν 3.000 πεζούς και 200 ιππείς και συνέχισαν άπρακτοι την πορεία τους.15 Οι κάτοικοί της πάντως, αν και δε σφαγιάστηκαν, διασκορπίστηκαν και καταδικάστηκαν σε ανέχεια, καθώς κατά πάσα πιθανότητα τα εδάφη τους διαμοιράστηκαν στους κατοίκους των άλλων πόλεων της χερσονήσου.16

Πολύ σύντομα η πόλη ανακαταλήφθηκε πλήρως από το Φαρνάβαζο, στρατηγό του Δαρείου Γ΄. Στα τέλη του 333 π.Χ., οι Μακεδόνες σατράπες της Λυδίας και της Καρίας σημείωσαν σημαντική νίκη επί του Οροντοβάτη κοντά στην Αλικαρνασσό. Η πόλη όμως παρέμενε στα χέρια των Περσών και αποτελούσε το κυριότερο ορμητήριο του περσικού στόλου στο Αιγαίο. Τελικά την κατέλαβε ο Άσανδρος το 332 π.Χ., όταν πια η αντίσταση κατά των Μακεδόνων στη Μικρά Ασία είχε σβήσει.

2.4. Ελληνιστική περίοδος

Ο Αλέξανδρος είχε τοποθετήσει ως σατράπη της Καρίας την Άδα, αδελφή του Μαυσώλου. Είναι λίγο δύσκολο να δεχθούμε ότι της παρέδωσε την πόλη γεμάτη ερείπια: η καταστροφή μάλλον δεν πρέπει να ήταν όσο εκτεταμένη την παρουσιάζουν οι πηγές. Αργότερα, στη θέση της Άδας βρίσκουμε το Μακεδόνα Φιλόξενο. Η Αλικαρνασσός έπαψε να αποτελεί πρωτεύουσα της σατραπείας λίγο αργότερα, προς όφελος των Μυλάσων, όπου βρίσκουμε εγκατεστημένο το σατράπη Άσανδρο, το γιο του Αγάθωνα. Το 322 π.Χ. η πόλη πέρασε στον έλεγχο του Αντιγόνου του Μονόφθαλμου.

Η Αλικαρνασσός πολιορκήθηκε από τον Πτολεμαίο του Λάγου το 309 π.Χ., κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του στην Καρία. Η πόλη σώθηκε χάρη στην παρέμβαση του Δημητρίου, γιου του Αντιγόνου, που επέστρεψε από τη Βαβυλώνα εγκαίρως για να λύσει την πολιορκία και να σταματήσει την προώθηση του Πτολεμαίου, που είχε ήδη κατακτήσει την Κω, τη Φάσηλι, την Ξάνθο, την Καύνο, την Ιασσό και τη Μύνδο.17 Ο Πλούταρχος αφήνει να εννοηθεί ότι στην πόλη ήταν εγκατεστημένη φρουρά από τους Αντιγονίδες. Λίγο αργότερα, το 303 π.Χ., ο Ζηνόδοτος από την Αλικαρνασσό ελευθέρωσε την Τροιζήνα στην Πελοπόννησο, τη μητρόπολη της Αλικαρνασσού. Οι Τροιζήνιοι τίμησαν το Ζηνόδοτο και οι Αλικαρνάσσιοι ψήφισαν τιμές. Η υπόθεση παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς ερμηνεύεται ως απόδειξη ότι η Αλικαρνασσός είχε το καθεστώς ελεύθερης πόλης την περίοδο εκείνη.18

Μετά το θάνατο του Αντιγόνου η πόλη βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Λυσιμάχου. Ο πόλεμος του τελευταίου με το Σέλευκο, καθώς και ο θάνατος των δύο Διαδόχων το 281 π.Χ., έδωσαν την ευκαιρία στον Πτολεμαίο Α΄ να καταλάβει την Αλικαρνασσό (μάλλον το 279 π.Χ.).19 Τη χρονιά εκείνη οι Αλικαρνασσσείς εκλήθησαν να στείλουν, μαζί με τους Μυνδίους και τους Μιλησίους, δικαστές στη Σάμο, τη σημαντικότερη κτήση των Λαγιδών στο Αιγαίο.20 Η Αλικαρνασσός αναφέρεται με τις αρχές των καρικών πόλεων21 στην αλληλογραφία του Ζήνωνα, οικονόμου του Απολλοδότου, διοικητή της Καρίας επί Πτολεμαίων. Το 197 π.Χ. η πόλη παραμένει κατ’ όνομα σύμμαχος των Πτολεμαίων και οι Ρόδιοι ανακοινώνουν την πρόθεσή τους να αποτρέψουν την κατάληψη της Αλικαρνασσού, αλλά και της Καύνου και της Μύνδου από τον Αντίοχο Γ΄. Η παρέμβαση αυτή έσωσε τις καρικές πόλεις, τις οποίες η συνθήκη της Απάμειας (188 π.Χ.) όρισε ελεύθερες.22

Το 130 π.Χ. η πόλη συνεισφέρει ένα πλοίο στους Ρωμαίους του M. Perperna που έχουν κληθεί να συντρίψουν την εξέγερση του Αριστονίκου.23 Το 129 εντάχθηκε στην επαρχία της Ασίας ως ελεύθερη πόλη. Κατά το 2ο αι. π.Χ., η Αλικαρνασσός αποτελεί μια μετρίου μεγέθους ακμάζουσα πόλη. Επιγραφή από την Κω αναφέρει ότι είχε 4.000 πολίτες.24

2.5. Η Αλικαρνασσός υπό ρωμαϊκή διοίκηση

Η Αλικαρνασσός δε γνώρισε τη σκληρή μοίρα των υπόλοιπων μικρασιατικών πόλεων μετά το τέλος του Α΄ Μιθριδατικού πολέμου. Αντίθετα μάλιστα ευνοήθηκε από το Σύλλα, γι’ αυτό σε ανταπόδοση οι αρχές της πόλης έστησαν έναν ανδριάντα στο Ρωμαίο στρατηγό. Το 82 π.Χ. άνδρες από την Αλικαρνασσό επάνδρωσαν μια τετρήρη που πήρε μέρος στις επιχειρήσεις του A. Terentius Varro ενάντια στους πειρατές της Κιλικίας.25 Τρία χρόνια αργότερα, όταν ο διαβόητος άρπαγας των θησαυρών της Σικελίας Βέρρης ορίστηκε legatus του Gnaeus Dolabella, του διοικητή της Ασίας, περιόδευσε σε μια σειρά πόλεων της επαρχίας της Ασίας, όπως στη Σάμο, τη Χίο, την Αλικαρνασσό και την Τένεδο, και συνέλεξε με τη βία πληθώρα έργων τέχνης, διάσημα αγάλματα και πίνακες. Η πόλη πρέπει να είχε παρακμάσει σε σημαντικό βαθμό την εποχή εκείνη, εάν κρίνουμε από τη μαρτυρία του Κικέρωνα, ο οποίος επαινεί τον αδελφό του Κόιντο, γιατί ως διοικητής της επαρχίας της Ασίας το 60/59 π.Χ. έδωσε νέα ζωή σε δύο φημισμένες πόλεις, τη Σάμο και την Αλικαρνασσό. Δεν πρέπει βέβαια να παραγνωρίσουμε την πιθανότητα ο Κικέρωνας να προβαίνει στο σημείο αυτό σε μια ρητορική υπερβολή.26 Περί το 2 π.Χ., όταν ο εγγονός του Αυγούστου Γάιος επισκέφτηκε την Ανατολή, οι Αλικαρνασσείς τον τίμησαν με θυσίες. Σε ψήφισμα της ίδιας περιόδου, ο Αύγουστος τιμάται από τους πολίτες της Αλικαρνασσού ως «αυτοκράτορας και πατέρας της πατρίδας, Δίας των προγόνων και Σωτήρας όλων των ανθρώπων από κοινού, που η πρόνοιά του όχι μόνο ικανοποιεί, αλλά ξεπερνά τις προσδοκίες όλων».27

3. Ιστορικό των ερευνών

Η Αλικαρνασσός και το Μαυσωλείο ανασκάφηκαν από το C.T. Newton το 1856-1857. Κάποιες μεταγενέστερες έρευνες από τον Bilotti έφεραν στο φως ορισμένα ευρήματα. Οι σποραδικές έρευνες των Ιταλών στη δεκαετία του 1910-1920 δε συνοδεύτηκαν από ανασκαφικό έργο. Η συστηματική έρευνα της Αλικαρνασσού, και ιδιαίτερα του Μαυσωλείου, ξεκίνησε από Δανούς αρχαιολόγους στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και συνεχίζεται, με κάποια κενά, έως σήμερα.28

4. Περιγραφή των ερειπίων της πόλης

4.1. Η Αλικαρνασσός πριν από τους Εκατομνίδες

Λίγα στοιχεία είναι γνωστά για την Αλικαρνασσό της Αρχαϊκής και της Κλασικής περιόδου. Όταν έφθασαν οι Τροιζήνιοι άποικοι, οι αυτόχθονες περιορίστηκαν στην ακρόπολη Σαλμακίδα (στο λόφο Kaplan Kalesi) σε έναν περίπου αυτόνομο οικισμό. Ο αρχικός ελληνικός πληθυσμός εγκαταστάθηκε στο οχυρό νησί Ζεφύριον (που συνδεόταν με ισθμό με την ξηρά), τη μετέπειτα «βασιλική νήσο» όπου έκτισε ο Μαύσωλος το ανάκτορό του. Αργότερα οι κάτοικοι μετακινήθηκαν στο εσωτερικό, στην περιοχή στα δυτικά του λιμένα, όπου βρίσκεται η Οπλοθήκη των Ιπποτών της Ρόδου. Ενδιαμέσως, στην περιοχή όπου κτίστηκε αργότερα το Μαυσωλείο και το λιμάνι εκτεινόταν μια αρχαϊκή και κλασική νεκρόπολη, όπου ο Newton ανέσκαψε μια σειρά από τάφους με αρχαϊκά και κλασικά ειδώλια,29 ενώ αργότερα στο ίδιο σημείο ανακαλύφθηκε μια μαρμάρινη κεφαλή σφίγγας περίπου του 530 π.Χ., που σήμερα φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο.

Ένα από τα λίγα πρώιμα μνημεία που έχουν αναγνωριστεί είναι ο ναός του Απόλλωνα, που αναφέρεται σε μια επιγραφή των τελών του 5ου αι. π.Χ. Ήταν ιωνικός και είχε εν πολλοίς επηρεαστεί από το Ηραίο της Σάμου, που κτίστηκε από τον Πολυκράτη στο γ΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. O Newton τον ταύτισε με τα αρχιτεκτονικά μέλη που έχουν εντοπιστεί στην περιοχή του Ζεφυρίου.30 Ένας νόμος του 5ου αι. π.Χ. αναφέρεται στην ιερή «αγορή» της πόλης, όπου συνέρχονταν οι Αλικαρνασσείς και οι κάτοικοι της Σαλμακίδος.31 Σε μια επιγραφή των μέσων του 5ου αι. π.Χ. αναφέρονται τα τείχη της πόλης.32 Τέλος, πολύτιμη μαρτυρία για την τοπογραφία της Αλικαρνασσού των μέσων του 5ου αι. π.Χ. αποτελεί μια επιγραφή που μας παρέχει λεπτομερή στοιχεία για την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό οικιών και γης στην Αλικαρνασσό, αναφέροντας μια σειρά από τοπωνύμια και συνοικίες που η έρευνα δεν είναι ακόμη σε θέση να εντοπίσει στο χώρο.33

4.2. Η Αλικαρνασσός των Εκατομνιδών

Οι Εκατομνίδες ξαναέκτισαν την Αλικαρνασσό, συνοικίζοντας τους κατοίκους των παρακείμενων οικισμών, και ιδιαίτερα την οχυρή Σαλμακίδα, και εφαρμόζοντας το ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα.34 Η πόλη είχε μετατραπεί σε ισχυρό φρούριο, με τείχη που ακολουθούσαν τη διαμόρφωση των γύρω λόφων σε μήκος περ. 7 χλμ.35 Είχαν πάχος έξι πόδια, λιθόκτιστους πύργους (έχουν εντοπιστεί δεκατρείς) και επάλξεις, ενώ περιβάλλονταν από βαθιά τάφρο. Στο χώρο που περιέκλειαν τα τείχη περιλαμβάνονταν η οχυρή ακρόπολη Σαλμακίς, το λιμάνι και το νησί-φρούριο Ζεφύριον, όπου ο Μαύσωλος είχε κτίσει το ανάκτορό του, μια συνολική έκταση 220 εκταρίων.36

Το τείχος είναι κτισμένο με διαφορετικές τεχνικές τοιχοποιίας, γεγονός που δεν αποδίδεται από τους ανασκαφείς σε διαφορά χρονολογικής φάσης, αλλά στο ότι χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά υλικά (πωρόλιθος, τραχίτης, τόφος). Το μεγαλύτερο μέρος του τείχους είναι πολυγωνικό, εκτός από το δυτικό τμήμα, όπου έχει εφαρμοστεί η ισόδομη τοιχοποιία. Υπήρχαν δύο κύριες πύλες: η πρώτη, το λεγόμενο Τρίπυλον, είναι στραμμένη προς τη Μύνδο και η δεύτερη προς τα Μύλασα. Από την πύλη των Μυλάσων επιτέθηκε ο Αλέξανδρος.37

Μόνο η πύλη της Μύνδου έχει εντοπιστεί από την έρευνα. Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του τείχους και είναι εφοδιασμένη με τρεις ισχυρούς πύργους (εκ των οποίων ο ένας είναι τοποθετημένος λοξά) που εξασφάλιζαν την άμυνά της. Δύο ακόμη μικρές πύλες έχουν βρεθεί, η μία εκ των οποίων, στο βορειοδυτικό τμήμα των τειχών, οδηγούσε προς τα Πήδασα. Στο βορειοδυτικό άκρο του τείχους έχουν βρεθεί τα ίχνη ενός ακόμη πύργου και μιας μεγάλης δεξαμενής. Στην πορεία του το τείχος δημιουργεί μεγάλο αριθμό μικρών, ιδιαίτερα οχυρών ακροπόλεων, στις οποίες αναφέρεται και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης. Στο λόφο που εποπτεύει την οδό προς τα Μύλασα βρέθηκε ένας ακόμη πύργος, με «κυκλώπεια» τοιχοποιία.38

Σημαντική για τη γνώση της πόλης την περίοδο των Εκατομνιδών είναι η περιγραφή που μας άφησε ο Ρωμαίος αρχιτέκτονας Βιτρούβιος, που θαύμαζε το σχέδιο της Αλικαρνασσού και την αποκαλούσε μία από τις λαμπρότερες πόλεις της Ασίας.39 Ο Βιτρούβιος επαινεί τη θαυμάσια θέση της και το γεγονός ότι ήταν κτισμένη αμφιθεατρικά, σαν κοίλο θεάτρου. Στη θέση της ορχήστρας ήταν η Αγορά, ενώ στα μέσα περίπου του «κοίλου», στο κέντρο της οδού που ένωνε τα δύο άκρα της πόλης, ήταν το περίφημο Μαυσωλείο, το ταφικό μνημείο που έκτισε ο Μαύσωλος για τον ίδιο και τη σύζυγό του. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 367 π.Χ. και ολοκληρώθηκαν το 351 π.Χ., μετά το θάνατο της Αρτεμισίας, της συζύγου και αδελφής του Μαυσώλου. Το Μαυσωλείο ήταν ένα από τα θαύματα του αρχαίου κόσμου. Αρχιτέκτονές του ήταν ο Πύθεος από την Πριήνη και ο Σάτυρος, ενώ για το γλυπτό διάκοσμό του μνημείου ο Μαύσωλος έφερε τους κορυφαίους Έλληνες γλύπτες της εποχής του, το Σκόπα, το Λεωχάρη, το Βρύαξι και τον Τιμόθεο. Το Μαυσωλείο καταστράφηκε ολοσχερώς από τους ιππότες της Ρόδου το 1402.40

Στο ψηλότερο σημείο της πόλης, βόρεια του Μαυσωλείου, βρίσκεται η ακρόπολη, στο λόφο Göktepe. Εκεί έχει βρεθεί ένας ιωνικός ναός του 4ου αι. π.Χ., κτισμένος σε ένα μεγάλο τεχνητό άνδηρο. Η τεχνική κατασκευής και η τεχνοτροπία παραπέμπουν ευθέως στην αρχιτεκτονική του Μαυσωλείου. Θεωρείται ότι κτίστηκε τα χρόνια της κυριαρχίας του Μαυσώλου, εποχή που εύστοχα θεωρείται ότι επέφερε την ιωνική αναγέννηση στη μικρασιατική αρχιτεκτονική.41 Έχει ταυτιστεί με το ναό του Άρη που περιγράφει ο Βιτρούβιος, παρόλο που η θέση του δεν είναι ακριβώς εκείνη που υποδεικνύει ο Ρωμαίος αρχιτέκτονας. Οι πηγές αναφέρουν με θαυμασμό το περίφημο κολοσσικό λατρευτικό άγαλμα του Άρη, τον «Ακρόλιθο», έργο του Λεωχάρη, ή, κατά μια άλλη μαρτυρία, του Τιμοθέου, γλυπτών που εργάστηκαν και στο Μαυσωλείο.42

Στα ανατολικά του ναού του Άρη ο Newton ανέσκαψε τα θεμέλια ενός ναού που τον ταύτισε με το ιερό της Δήμητρας και της Κόρης, λόγω των ειδωλίων των δύο θεοτήτων. Η ύπαρξη του ιερού παραδίδεται από επιγραφές, αλλά η ταύτιση δεν είναι σίγουρη.

Στο δεξί άνω άκρο της πόλης ήταν ο ναός της Αφροδίτης και του Ερμή, κοντά στην κρήνη Σαλμακίδα. Συμμετρικά, στην άλλη άκρη της πόλης ήταν η ανακτορική κατοικία επί του οχυρού νησιού Ζεφύριον, η οποία δεν έχει ακόμη εντοπιστεί από την αρχαιολογική έρευνα. Από το σημείο εκείνο ήταν ορατά το λιμάνι και η Αγορά και όλη η περιφέρεια της πόλης που περικλείονταν από το τείχος, ενώ κάτω από τα τείχη, αριστερά της νήσου, υπήρχε ένα δεύτερο «μυστικό» λιμάνι, το οποίο βρισκόταν στην αποκλειστική διάθεση του κατόχου του ανακτόρου και δεν ήταν ορατό σε όσους εισέρχονταν στον κύριο λιμένα της πόλης.

Στο βορειοδυτικό και το ανατολικό τμήμα της πόλης έχουν ανασκαφεί εκτεταμένες νεκροπόλεις. Αξιοσημείωτο εύρημα των πρόσφατων δανικών ερευνών είναι ο θαλαμωτός τάφος μιας Κάρας πριγκίπισσας στα περίχωρα της Αλικαρνασσού, που χρονολογείται στην περίοδο της αρχής του Μαυσώλου.43

4.3. Ελληνιστική και ρωμαϊκή Αλικαρνασσός

Η ελληνιστική πόλη έχει γίνει γνωστή σχετικά πρόσφατα, χάρη στις έρευνες των Δανών αρχαιολόγων στην περιοχή της Σαλμακίδος.44 To γυμνάσιο της πόλης αναφέρεται σε ελληνιστικές επιγραφές του 3ου αι. π.Χ. Η επιδιόρθωσή του κατέστη δυνατή μόνο χάρη σε δημόσιο έρανο μεταξύ των πολιτών.45 Οι κάτοικοι της πόλης ζήτησαν από τους Πτολεμαίους τη βοήθειά τους, προκειμένου να ανεγερθεί ένα νέο γυμνάσιο για τους νέους με το όνομα Φιλιππείον.46 Άλλη επιγραφή, της ίδιας περιόδου, αναφέρεται στον άτοκο δανεισμό της πόλης από τους ίδιους τους πολίτες της, προκειμένου να ανεγερθεί μια στοά προς τιμήν του βασιλιά Πτολεμαίου (πιθανόν του Β΄) και του Απόλλωνα. Η επιγραφή ορίζει ότι η εξόφληση θα γίνει από ένα ποσό που προοριζόταν για έργα στο βουλευτήριο, που δεν έγιναν ποτέ, αλλά και από τα έσοδα από το φόρο του όρκου του δικαιώματος εγγραφής στον κατάλογο των πολιτών.47

Μια μεγάλη στοά της Ύστερης Ελληνιστικής περιόδου με 30 δωρικούς κίονες στην πρόσοψη έχει εντοπιστεί νότια του ναού του Άρη. Δεν είναι η στοά που αναφέρουν οι επιγραφές του 3ου αι. π.Χ., όπως πίστευε ο Newton, καθώς χρονολογείται στον 1ο αι. π.Χ. Το μήκος της στοάς ξεπερνούσε τα 60 μ. Το πίσω τμήμα της ήταν κλεισμένο με καταστήματα. Σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί, αλλά ήταν ορατή σε μεγάλο βαθμό στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν παρουσιάζεται σε λεπτομερή σχέδια και φωτογραφίες του Newton, αλλά και σε μία ακουαρέλα του Choiseul-Gouffier που χρονολογείται στα τέλη του 18ου αιώνα.48

Στη Σαλμακίδα έχουν εντοπιστεί τα ίχνη της ομώνυμης κρήνης, όπου σε αρχαίο τοίχο βρέθηκε εντοιχισμένη μια περίφημη επιγραφή, με μακροσκελές επίγραμμα που αναφέρεται στην ιστορία της πόλης. Τα κατάλοιπα της κρήνης είναι φτωχά, επιτρέπουν όμως τη χρονολόγησή της στον 3ο αι. π.Χ.49 Μεταξύ των άλλων ελληνιστικών μνημείων υπάρχει και μια μεγάλη πλατεία στηριζόμενη σε αναλήμματα στην περιοχή του βυζαντινού μοναστηριού της Αγίας Μαρίνας, σήμερα Türkuyussu. Ο Pedersen πιστεύει ότι το συγκεκριμένο μνημείο πρέπει να συσχετιστεί με τη στοά προς τιμήν του Πτολεμαίου και του Απόλλωνα. Τα κατάλοιπα του μνημείου πρέπει να αναζητηθούν μεταξύ των αρχαίων αρχιτεκτονικών μελών που χρησιμοποιήθηκαν για την οικοδόμηση της μονής.50

Το σημαντικότερο μνημείο της πόλης είναι το θέατρο, που ακουμπά στη νοτιοανατολική κλιτύ της Ακρόπολης (Göktepe).51 Το θέατρο έχει αναστηλωθεί και αποτελεί θαυμάσιο δείγμα ύστερης κλασικής αρχιτεκτονικής της Μικράς Ασίας. Η μορφή του είναι εν πολλοίς απότοκη των παρεμβάσεων της Ελληνιστικής περιόδου, αλλά θεωρείται πιθανόν ότι η κατασκευή του ανάγεται στον 4ο αι. π.Χ. Παρουσιάζει δε αρκετές ομοιότητες με το θέατρο της Επιδαύρου. Σε πολύ καλή κατάσταση σώζεται το κάτω διάζωμα, με 30 σειρές καθισμάτων, το οποίο είναι χωρισμένο σε 11 κερκίδες. Το επάνω διάζωμα, που σώζεται αποσπασματικά, έφερε 23 σειρές καθισμάτων. Έχει υπολογιστεί ότι το θέατρο χωρούσε συνολικά 12.000-13.000 θεατές. Η μέγιστη διάμετρός του ήταν 110 μ. Εξωτερικά περιβαλλόταν από αγωγό περισυλλογής των ομβρίων υδάτων. Η ορχήστρα είχε σχήμα μεγαλύτερο του ημικυκλίου, κατά τα μικρασιατικά πρότυπα, ενώ η σκηνή είχε διαμορφωθεί, κατά την Ύστερη Ελληνιστική περίοδο, σε ένα θαυμάσια διακοσμημένο διώροφο κτήριο με μνημειακή πρόσοψη και διακόσμηση από ζωφόρο με γιρλάντες, θεατρικά προσωπεία και βουκράνια.

4.4. Ρωμαϊκή, βυζαντινή και μεταγενέστερη Αλικαρνασσός

To σημαντικότερο μνημείο της ύστερης ρωμαϊκής Αλικαρνασσού είναι μια μεγάλη ρωμαϊκή έπαυλη στα δυτικά του Μαυσωλείου, που χρονολογείται στον 4ο και τον 5ο αι. μ.Χ. Οι διαστάσεις του χώρου που έχει ανασκαφεί είναι 27 × 37 μ. Και οι πέντε αίθουσες που βρέθηκαν κοσμούνται με πολύχρωμα ψηφιδωτά, που σήμερα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Στο impluvium βρέθηκε μια σειρά από ψηφιδωτούς πίνακες με σκύλους και λέοντες. Σε μια μεγάλη αίθουσα όπου το κεντρικό ψηφιδωτό είχε καταστραφεί υπήρχαν θαυμάσια γωνιακά ψηφιδωτά με το Μελέαγρο και την Αταλάντη, τη Διδώ και τον Αινεία, αλλά και προσωποποιήσεις των Εποχών. Σε άλλα δωμάτια βρέθηκαν ψηφιδωτά δάπεδα με την Αφροδίτη να στηρίζεται σε Τρίτωνες, το Φόβο, ένα σάτυρο που κυνηγά μια μαινάδα, το Διόνυσο με έναν πάνθηρα, προσωποποιήσεις (Ζωή, Χαρά, Υγεία, Ειρήνη, Ευθυμία, Ελπίς, Φόβος, Αλικαρνασσός, Αλεξάνδρεια και Βηρυτός).52

Λίγα είναι τα κατάλοιπα της βυζαντινής Αλικαρνασσού. Ξεχωρίζουν τα ερείπια του μοναστηριού της Αγίας Μαρίνας, στα ανατολικά της δωρικής στοάς που ανέσκαψε ο Newton. Το κτήριο της σκηνής του θεάτρου μετατράπηκε σε οικία κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο. Η πόλη καταλήφθηκε από τους Σελτζούκους τον 11ο αιώνα. Το 1402 οι Ιππότες της Ρόδου κατέλαβαν την Αλικαρνασσό και έκτισαν το μεγάλο κάστρο του Αγίου Πέτρου, με υλικό που πήραν κυρίως από το παρακείμενο Μαυσωλείο.53 Η πόλη καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς το 1522 και μετονομάστηκε σε Bodrum. Από το 1962 το κάστρο στεγάζει το Μουσείο Ενάλιας Αρχαιολογίας του Bodrum, όπου φυλάσσονται σημαντικά ευρήματα από ναυάγια της περιοχής, από την εποχή του Χαλκού έως τη Βυζαντινή περίοδο.

5. Νομίσματα

Η Αλικαρνασσός κόβει νόμισμα από τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Πρόκειται για αργυρούς οβολούς βάρους 1,05 γρ.: στον εμπροσθότυπο εμφανίζεται η προτομή του Πηγάσου και στον οπισθότυπο η κεφαλή ενός τράγου μέσα σ’ ένα έγκοιλο τετράγωνο.54 Στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. κόβονται δραχμές με την κεφαλή του Απόλλωνα στον εμπροσθότυπο και τον αετό και την επιγραφή ΑΛΙ στον οπισθότυπο (βάρους 5,28 γρ.), ενώ οι οβολοί συνεχίζουν τους παλαιότερους τύπους ή έχουν στον οπισθότυπο τη λύρα του Απόλλωνα εν μέσω κλαδιών δάφνης. Από το 377 έως το 334 π.Χ. στην πόλη κόβονται τα δυναστικά αργυρά νομίσματα (δίδραχμα, τετράδραχμα, ημίδραχμα, δραχμές και τριημιοβόλια σε ροδιακό σταθμητικό κανόνα) των Εκατομνιδών ηγεμόνων (Μαυσώλου, Ιδριέως, Αρτεμισίας, Πιξοδάρου) και του Πέρση σατράπη Οροντοβάτη. Τα νομίσματα αυτά έχουν στον εμπροσθότυπο την κεφαλή του Απόλλωνα και στον οπισθότυπο το Δία των Λαβραύνδων με το όνομα του ηγεμόνα.

Χάλκινα νομίσματα με σύμβολα την κεφαλή του Ποσειδώνα και την κεφαλή του Απόλλωνα στον εμπροσθότυπο και τρίποδα, αετό και λύρα ή τρίαινα στον οπισθότυπο και τις επιγραφές ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΕΩΝ, ΑΛΙ και ΑΛΙΚΑΡ χρονολογούνται συνήθως στον 3ο και το 2ο αι. π.Χ. Από το 188 π.Χ., εποχή της ροδιακής επικυριαρχίας στην περιοχή, έχουμε αργυρά νομίσματα στον αττικό σταθμητικό κανόνα (δραχμές 6,5 γρ. διάφορες υποδιαιρέσεις) και σύμβολα την κεφαλή του Ηλίου στον εμπροσθότυπο και την Αθηνά, τη λύρα ή τη γλαύκα στον οπισθότυπο.

Κατά την Αυτοκρατορική περίοδο η πόλη κόβει χάλκινο νόμισμα επί Νέρωνα (51-67) και συνεχίζει αδιάσπαστα μέχρι την περίοδο της αρχής του Γαλιηνού (253-268): εμφανίζονται ποικίλα σύμβολα (κηρύκειο, ναός της Αθηνάς, ναός της Ομόνοιας, Ήρα, Ασκληπιός και Υγεία, Απόλλωνας Κιθαρωδός και Ασκληπιός, κεφαλή Σαράπιδος/Διός κ.λπ.). Ξεχωρίζει μια κοπή με την κεφαλή του Ηροδότου στον εμπροσθότυπο (επιγραφή ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΕΩΝ) και το λατρευτικό άγαλμα του Διός Ακραίου εν μέσω δύο δένδρων και δύο πτηνών στον οπισθότυπο (επί Κομμόδου, 177-192), καθώς και μια κοπή με όρθια μορφή που κρατά κλαδί και επιγράφεται ΤΕΛΜΙΣΕΥΣ στον εμπροσθότυπο και το λατρευτικό άγαλμα της Αθηνάς εν μέσω κιόνων στον οπισθότυπο.55

6. Θεσμοί

Στον 5ο αι. π.Χ. το πολιτικό σώμα ήταν χωρισμένο σε δύο τμήματα, το σύλλογο των Σαλμακέων και το σύλλογο των Αλικαρνασσέων, οι οποίοι συγκεντρώνονταν στην ιερή «αγορή» για να διαβουλευθούν. Αναφέρονται και άλλοι αξιωματούχοι της περιόδου, όπως ο «πρύτανις», οι «μνήμονες» και οι «δικασταί». Ένας «κήρυξ» από την Αλικαρνασσό αναφέρεται σε συνθήκη μεταξύ των Μυλάσων και της Κινδύης.56 Σε επιγραφή του 4ου αι. π.Χ. αναφέρεται το «πρυτανείον», η βουλή και ο δήμος.57

Κατά την Ελληνιστική περίοδο, η βουλή είχε 100 βουλευτές, αριθμός προφανώς αντίστοιχος με το σχετικά μικρό μέγεθος του πληθυσμού. Τα μέλη του σώματος εκλέγονται από τις συνελεύσεις των φυλών.58 Σε επιγραφές της Ελληνιστικής περιόδου (130 π.Χ.) αναφέρονται ο ναύαρχος και ο τριήραρχος της πόλης.

7. Πρόσωπα

Η επιγραφή της Σαλμακίδος αναφέρει μια σειρά από γνωστούς και μη συγγραφείς και καλλιτέχνες της Αλικαρνασσού σε χρονολογική σειρά, από τον 5ο έως τον ύστερο 2ο/πρώιμο 1ο αι. π.Χ., έως την εποχή δηλαδή της συγγραφής της. Το σημαντικότερο τέκνο της Αλικαρνασσού ήταν ο Ηρόδοτος. Γεννήθηκε γύρω στο 485 π.Χ. και έγραψε γύρω στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. τις περίφημες Ιστορίες του. Στον 5ο αι. π.Χ. αναφέρεται ένας ακόμη σημαντικός συγγραφέας, ο Πανύασις, θείος του Ηροδότου, ο οποίος στον ύστερο 5ο αι. π.Χ. έγραψε τα Ιωνικά, αλλά και ο γιος του Κυπρίας, συγγραφέας των Ιλιακών. Έπονται οι ποιητές Μενεσθεύς, Θεαίτητος, ο κωμωδιογράφος Διονύσιος, ο τραγικός Ζηνόδοτος, ο τραγουδιστής Φανόστρατος, που ανήκε στους Τεχνίτες του Διονύσου και εργάστηκε στην Αθήνα, ο ιστορικός Νόσσος59 και ο ποιητής Τιμοκράτης.

Πέντε αιώνες αργότερα, και πάντως πολύ αργά για να αναφερθεί στην επιγραφή της Σαλμακίδος, έζησε ένας άλλος σπουδαίος ιστορικός, ο Διονύσιος, ο οποίος έγραψε τις Ρωμαϊκές Αρχαιότητες και πέρασε μεγάλο διάστημα της ζωής του στη Ρώμη. Περί τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. έζησε στην Αλικαρνασσό και ο Πίγρης, καρικής καταγωγής ποιητής που συνέθεσε την παρωδία ενός έπους. Ένα σημαντικό πρόσωπο της πόλης που μνημονεύεται ήταν και ο πυγμάχος Φορμίων, ο οποίος κέρδισε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 392 π.Χ. Στην Ελληνιστική περίοδο έζησε ο γραμματικός Ηράκλειτος, ο πολιτικός και αστρολόγος Σκύλαξ (φίλος του Παναιτίου από τη Ρόδο, περ. 250 π.Χ.) και ο Διονύσιος ο Μουσικός.60

8. Λατρείες

Ο μύθος λέει ότι σε παρακείμενη της Αλικαρνασσού πηγή γεννήθηκε ο Ερμαφρόδιτος, ο οποίος λατρευόταν στην Αλικαρνασσό. Την παράδοση αναφέρει ο Οβίδιος, που θέλει τη νύμφη Σαλμακίδα ερωμένη του Ερμαφροδίτου, αλλά η επιγραφή της Σαλμακίδος τη μετατρέπει σε τροφό του ευρετή του νόμιμου γάμου.61 Ο Ερμαφρόδιτος ήταν γιος του Ερμή και της Αφροδίτης, οι οποίοι λατρεύονταν μαζί στο ναό που αναφέρει ο Βιτρούβιος. Εκτός των θεών αυτών και του Άρη, της Δήμητρας και της Κόρης, αλλά και του Απόλλωνα, που ήδη αναφέρθηκαν, σημαντικές μαρτυρίες για τις λατρείες της Αλικαρνασσού διασώζουν οι επιγραφές της Ελληνιστικής και της Ρωμαϊκής περιόδου, ενώ μια ιδιαίτερα σημαντική ελληνιστική επιγραφή αναφέρεται στην πώληση του αξιώματος της ιέρειας της Αρτέμιδος Περγαίας.62 Άλλες επιγραφικές μαρτυρίες αναφέρουν τον Απόλλωνα Αρχηγέτη και τον Ασκληπιό. Φαίνεται πως ο Απόλλωνας ήταν η σημαντικότερη θεότητα της πόλης, όπως φανερώνουν και οι νομισματικοί τύποι.

Γνωρίζουμε τα ονόματα επτά μηνών της Αλικαρνασσού: Ανθεστηριών, Απολλωνιών, Αρτεμισιών, Ελευθερίων, Ερμαιών, Ηρακλείος και Ποσειδεών.63 Πρόκειται για ιωνικά ως επί το πλείστον ονόματα, αλλά που απηχούν επίσης και τη βαρύτητα των τοπικών λατρειών (π.χ. Ερμαιών, Ελευθεριών και Ηρακλείος).

9. Έργα τέχνης και άλλα ευρήματα

Ο Newton μετέφερε 384 κούτες αρχαιοτήτων στο Βρετανικό Μουσείο: πρόκειται για τη μεγαλύτερη λεηλασία αρχαιοτήτων από μεσογειακή χώρα που έγινε ποτέ. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν ασφαλώς οι δώδεκα πλάκες της ζωφόρου της Αμαζονομαχίας, οι ανδριάντες του Μαυσώλου και της Αρτεμισίας, τμήματα των χάλκινων αλόγων του άρματος του Μαυσώλου, καθώς και ένα λιοντάρι, όλα έργα από το Μαυσωλείο. Άλλα τμήματα του γλυπτού διάκοσμου του μνημείου παραμένουν στο μουσείο του Bodrum.

Από τα ευρήματα του Μαυσωλείου ξεχωριστό είναι το αλαβάστρινο αγγείο με επιγραφές σε τέσσερις γλώσσες (περσικά, μηδικά, ασσυριακά και αιγυπτιακά), που αναφέρουν τον Ξέρξη ως το μέγα βασιλέα, και χρονολογείται μεταξύ 484-465 π.Χ. Φυλάσσεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο (αρ. ευρ. 1.099).

Μεταξύ της ρωμαϊκής έπαυλης και του λιμανιού βρέθηκε μια ρωμαϊκή οικία που στέγαζε μια σειρά από γλυπτά, εκ των οποίων ξεχωρίζει το άγαλμα του Μαρσύα δεμένου σε ένα δένδρο και ένα ανάγλυφο με τον Αχελώο, τον Ερμή και τις Νύμφες, που χρονολογούνται στο 2ο αι. μ.Χ. Μια σειρά από τυχαία ευρήματα φυλάσσονται στο μουσείο της Izmir. Ξεχωρίζει ασφαλώς ανάμεσά τους το αποσπασματικό χάλκινο άγαλμα της Δήμητρας, που το βρήκαν αλιείς στα ανοικτά της Αλικαρνασσού το 1953. Πρόκειται για θαυμάσιο έργο του 4ου αι. π.Χ: η θεά έχει σκυμμένο το κεφάλι και φορά πέπλο, ιμάτιο και ένα ένδυμα με το οποίο καλύπτει την κεφαλή της. Δε σώζονται το κάτω τμήμα του κορμού και τα άκρα της θεάς.

1. Radt, W., “Die Leleger auf der Halbinsel von Halikarnassos”, AntW 6.3 (1975), σελ. 2-16, και “Die Leleger auf der Halbinsel von Halikarnassos”, στο Akurgal, E. (επιμ.), The proceedings of the Xth International Congress of Classical Archaeology, Ankara - Izmir 23. - 30.IX.1973 (Ankara 1978), σελ. 329-341· Varinlioğlu, E., “Lelegian cities on the Halicarnassian peninsula in the Athenian tribute lists”, στο (Studien zum antiken Kleinasien 2, Asia Minor Studien, 8, Bonn 1992), σελ. 17-22· Carstens, A.M. – Flensted-Jensen, P., “Halikarnassos and the Lelegians” και Varinlioğlu, E., “East of Halicarnassus”, στο Isager, S. – Pedersen, P. (επιμ.), The Salmakis Inscription and Hellenistic Halicarnassos (Halikarnassean Studies 4, Odense 2004), σελ. 109-124 και 125-132.

2. Διόδ. Σ. 15.90.3.

3. Boysal, Y., Katalog der Vasen im Museum im Bodrum, I. Mykenisch-Protogeometrisch (Ankara 1969), σελ. 3-29, πίν. 1-33, και Vanschoonwinkel, J., L’Égée et la Méditerranée Orientale à la fin du IIe millénaire (Louvain-la Νeuve – Providence 1991), σελ. 166: στο Müsgebi ανασκάφηκαν 48 θαλαμωτοί τάφοι με ενταφιασμούς και ελάχιστες καύσεις, ενώ η κεραμική είναι κατά βάση μυκηναϊκή.

4. Bass, G.F., “Mycenaean and Protogeometric Tombs in the Halicarnassus Peninsula”, AJA 67 (1963), σελ. 353-361. Βλ. επίσης Desborough, A., Οι Ελληνικοί Σκοτεινοί Αιώνες, μτφρ. Σ. Κόρτη-Κόντη (Αθήνα 1995), σελ. 18-419, και Boardman, J., The Greek Overseas, Their Early Colonies and Trade3 (London 1980), σελ. 27.

5. Βλ. π.χ. Vanschoonwinkel, J., L’Égée et la Méditerranée Orientale à la fin du IIe millénaire (Louvain-la Νeuve – Providence 1991), σελ. 195-196.

6. Ηρ. 7.99.3· Παυσ. 2.30.9 και 2.32.6· Στράβ. 14.2.16. Βλ. Raffaelli, T., “Sulle origini di Iaso e di Alicarnasso”, Ostraka 4 (1995), σελ. 307-313.

7. SEG 48 (1998), αρ. 1.330· Isager, S., “The pride of Halikarnassos. Editio princeps of an inscription from Salmakis”, ZPE 123 (1998), σελ. 1-23· Lloyd-Jones, H., “The pride of Halicarnassus”, ZPE 124 (1999), σελ. 1-14, και ZPE 127 (1999), σελ. 63-65 (Corrigenda and Addenda)· Austin, C., “Notes on the 'Pride of Halicarnassus'", ZPE 126 (1999), σελ. 92· Gigante, M., “Il poeta di Salmakide e Filodemo di Gadara”, ZPE 126 (1999), σελ. 91-92 και “Il nuovo testo epigrafico di Alicarnasso», Atene e Roma 44 (1999), σελ. 1-8· Ragone, G., “L’iscrizione di Kaplan Kalesi e la leggenda Afrodisia di Salmakide”, στο Virgilio, B. (επιμ.), Studi Ellenistici XIII (Pisa 2001), σελ. 75-119. Για το σχολιασμό βλ. κυρίως D’Alesio, G.B., “Some Notes on the Salmakis Inscription”, και Jeppesen, K., “A propos of the List of Colonizers in the Salmakis Inscription: Was Mausolos or his Mythological namesake referred to in lines 35-36?”, στο Isager, S. – Pedersen, P. (επιμ.), The Salmakis Inscription and Hellenistic Halicarnassos (Halikarnassean Studies 4, Odense 2004), σελ. 43-58 και 89-92.

8. Ηρ. 2.178-179. Για τη δυναστεία βλ. γενικά Maffi, Α., L’iscrizione di Lygdamis (Trieste 1988).

9. Ηρ. 7.99.1-2· Σούδ., βλ. λ. «Αρτεμισία».

10. Βλ. Virgilio, B., “Conflittualità e coesistenza fra Greci e non-Greci, e il caso di Alicarnasso del V secolo a.C.”, στο Virgilio, B. (επιμ.), Studi ellenistici 2 (Pisa 1987), σελ. 109-127.

11. SEG 43 (1993), αρ. 713.

12. 454/453 π.X.: IG I³, 259.IV.13· 429/428 π.Χ.: IG I³, 282.IV.15· 447/446 π.Χ.: IG I³, 265.I.10· 441/440 π.Χ.: IG I³, 271.1.78. Οι αρχές της Αθήνας επέλεξαν την Αλικαρνασσό για την καταβολή εισφοράς το 425/424 π.Χ.: IG I³, 71.I.144. Για την πρώιμη προσχώρηση της Αλικαρνασσού (και των Βαργυλίων) στη συμμαχία της Δήλου βλ. Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 27. Για την εκστρατεία του Κίμωνα στην Καρία βλ. Διόδ. Σ. 11.60.4· Έφορος, FGrHist 70 F 191, απόσπ. 8.

13. IG I³, 103. Η Αλικαρνασσός παρέμεινε στο πλευρό της Αθήνας ακόμα και όταν το σύνολο σχεδόν των μικρασιατικών πόλεων αποστάτησε: βλ. Θουκ. 8.42 και 8.108.2. Βλ. Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 28.

14. Λυσ. 28.12.

15. Διόδ. Σ. 17.24.4-25.5 (αφήγηση βασισμένη στον Κλείταρχο της Κολοφώνας γραμμένη από την πλευρά των υπερασπιστών)· Αρρ. 1.20-23 (απηχώντας μακεδονικές πηγές). Κόιντος Κούρτιος 5.2.5 και 8.1.36. Για την πολιορκία βλ. Marsden, E.W., Greek and Roman Artillery I: Historical Development (Oxford 1969), σελ. 100-102· Bosworth, A.B., Κατακτήσεις και αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μτφρ. Κ. Μακρής (Αθήνα 1998), σελ. 88-91· Hammond, N.G.L., Μέγας Αλέξανδρος. Ένας Ιδιοφυής, μτφρ. Π. Θεοδωρίδης (Αθήνα 2005), σελ. 102-104, και κυρίως Romane, J.P., “Alexander's sieges of Miletus and Halicarnassus”, AncW 25 (1994), σελ. 61-76.

16. Bosworth, A.B., Κατακτήσεις και αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μτφρ. Κ. Μακρής (Αθήνα 1998), σελ. 418.

17. Πλούτ., Δημήτρ. 7.3. Βλ. Διόδ. Σ. 20.27.1-2 και 37.1. Γενικά, Seibert, J., Untersuchungen zur Geschichte Ptolemaios’ I (Münchner Beiträge 56, München 1969), σελ. 186 και σημ. 33· Billows, R.A., Antigonos the One-Eyed and the Creation of the Hellenistic State (Berkeley – Los Angeles – London 1990), σελ. 142-143 και 208.

18. Υπάρχουν δύο επιγραφές, μία στην Αλικαρνασσό και μία στην Τροιζήνα: Βλ. αντίστοιχα Hickls, E.L., “An Inscription at Cambridge (C.I.G. 106)”, JHS 2 (1881), σελ. 98-101, και Michel, Recueil dinscriptions grecques (Bruxelles 1900), αρ. 452. Βλ. επίσης Billows, R.A., Antigonos the One-Eyed and the Creation of the Hellenistic State (Berkeley – Los Angeles – London 1990), σελ. 209 και 440. Γενικά, Jameson, Μ., “Troizen and Halikarnassos in the Hellenistic Era”, στο Isager, S. – Pedersen, P. (επιμ.), The Salmakis Inscription and Hellenistic Halicarnassos (Halikarnassean Studies 4, Odense 2004), σελ. 93-107. Ανάλογα ψηφίσματα που τιμούν μεταξύ άλλων και τρεις αξιωματούχους των Αντιγονιδών από την Αλικαρνασσό προέρχονται από τα Μέγαρα: Urban, R., Wachstun und Krise des Achaiischen Bundes (Historia Einzelschrift 35, Wiesbaden 1979), σελ. 66-70.

19. Βλ. Will, E., Histoire politique du monde hellénistique, 323-30 av. J.-C. (Paris 2003), σελ. 140. Για την πτολεμαϊκή παρουσία στην Αλικαρνασσό βλ. Frost, F.J., “Ptolemy II and Halicarnassus: An honorary decree”, Anatolian Studies 21 (1971), σελ. 167-172 (όμως η χρονολόγηση στην περίοδο του Πτολεμαίου Β΄ δεν είναι σίγουρη).

20. SEG 1 (1923), αρ. 363.

21. P. Cairo Zen. 59.036-59.037. Πρόκειται για οικονομικής φύσης ντοκουμέντα, όπου αναφέρεται η στενή συνεργασία της βασιλικής τράπεζας των Πτολεμαίων με τον ταμείο της Αλικαρνασσού, κατά παραγγελία του βασιλικού οικονόμου.

22. Titus Livius 33.20.11. Βλ. Magie, D., Roman Rule in Asia Minor (Princeton 1950), σελ. 107.

23. Wilhelm, A., “Inschriften aus Halikarnassos und Theangela”, JÖAI 11 (1908), σελ. 69, αρ. 6 και 70· Migeotte, L., Les souscriptions publiques dans les cités grecques (Genève – Quebec 1992), αρ. 78· Brun, P., “Les cités grecques et la guerre: l’exemple de la guerre d’Aristonicos”, στο Couvenhes, J.-C. – Fernoux, H.-L. (επιμ.), Les cités grecques et la guerre en Asie Mineure hellénistique (Tours 2004), σελ. 50-51, αρ. 14-15. Πρόκειται για δύο επιγραφές: στην πρώτη η Αλικαρνασσός οργανώνει έρανο για τον εξοπλισμό μιας τετρήρης, ενώ στη δεύτερη το πλήρωμα και οι επικεφαλής αφιερώνουν στον Ασκληπιό και τον Απόλλωνα Αρχηγέτη σε ανάμνηση της νίκης τους στον πόλεμο.

24. Patton, W.R. – Hicks, E.L., The Inscriptions of Cos (London 1891), αρ. 13, στίχοι 20-22.

25. Η επιγραφή βρέθηκε στον ιερό του Διός Ουρίου της Κω μαζί με επιγραφές που έστησαν Κώοι, Ρόδιοι και Μιλήσιοι ναύτες. Βλ. Rostovtseff, M.I., Histoire économique et sociale du monde hellénistique (Paris, Robert Laffont 1989), σελ. 672 και 1.172, σημ. 22.

26. Μ.Τ. Κικέρων, Ad Quintum Fratrem I.I.8, 24 κ.ε.

27. SEG 4 (1929), αρ. 201.

28. Jeppesen, K., “Explorations at Halicarnassos. Excavations at the site of the Mausoleum. First preliminary report of the Danish Archaeological Expedition to Bodrum, Turkey, 1966-1967”, ActaArch 38 (1967), σελ. 29-58, και “Halikarnass”, Neue Pauly 14 (2000), σελ. 333-349· Poulsen, B., “The new excavations in Halikarnassos. A preliminary report (1990-1991)”, στο Isager, J. (επιμ.), Hekatomnid Caria and the Ionian Renaissance. Acts of the international symposium at the Department of Greek and Roman Studies, Odense University, 28-29 November 1991 (Odense 1994), σελ. 115-133, και τις εκθέσεις στο περιοδικό Kazı sonuçları toplantısı (1991 κ.ε.).

29. Zahle, J., “The Mausoleum-site before the Mausoleum”, στο Akurgal, E. (επιμ.), The proceedings of the Xth International Congress of Classical Archaeology, Ankara - Izmir 23. - 30.IX.1973 (Ankara 1978), σελ. 529-534.

30. Syll.³ 45.45. Για το μνημείο βλ. Maiuri, A., “Viaggio di Esplorazione in Caria III”, ASAtene 4-5 (1921-1922), σελ. 449-455, και Jeppesen, K., “Halikarnass”, Neue Pauly 14 (2000), σελ. 333.

31. Syll.³ 45.3. Βλ. Gschnitzer, F., “Zur Geschichte der griechischen Staatenverbindungen: Halikarnassos und Salmakis (Syll. 45)”, RhM 104 (1961), σελ. 237-241· Maffi, Α., L’iscrizione di Lygdamis (Trieste 1988).

32. Syll.³ 46.15.

33. SEG 43 (1993), αρ. 713.

34. Πλίν., ΦΙ 5.107. Βλ. Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 82, και Demand, N., Urban Relocation in in Archaic and Classical Greece: Flight and Consolidation (Bristol 1990), σελ. 123. Για την πολεοδομία βλ. Pedersen, P., “Town-planning in Halicarnassus and Rhodes”, στο Archaeology in the Dodecanese, Symposium, Copenhagen April 7th to 9th, 1986 (Copenhagen 1988), σελ. 98-103.

35. Bean, G.E. – Cook, J.M., “The Halicarnassus Peninsula”, BSA 50 (1955), σελ. 89-91· Hornblower, S., Mausolus (Oxford 1982), σελ. 297-305.

36. Karlsson, L., “Thoughts about fortifications in Caria from Maussollos to Demetrios Poliorketes”, και Pedersen, P., “The fortifications of Halikarnassos”, στο Debord, P. – Descat, R. (επιμ.), Fortifications et Défense du Territoire en Asie Mineure Occidentale et Méridionale, Table Ronde CNRS, Istanbul 20-27 Mai 1993 (REA 96, 1994), σελ. 141-153 και 215-235.

37. Αρρ., Αν. 1.20.4-5.

38. Pedersen, P., “Report of the Turkish-Danish Investigations at Ancient Halicarnassos (Bodrum) in 1999”, Kazı sonuçları toplantısı 22.2 (2000), σελ. 288 και 291.

39. Vitr., De Architectura II.8· Βλ. Jeppesen, K., “Did Vitruvius ever visit Halikarnassos?”, Anadolu 22 (1981-1983), σελ. 85-98.

40. Για το Μαυσωλείο βλ. τις πρόσφατες δημοσιεύσεις των Δανών ανασκαφέων: Jeppesen, K. – Hojlund, F., Aaris-Sorensen, K., The Maussolleion at Halikarnassos. Reports of the Danish archaeological expedition to Bodrum, 1. The sacrificial deposit (Jutland Archaeological Society publications, 15.1, Copenhagen 1981)· Jeppesen, K. – Luttrell, A., The Maussolleion at Halikarnassos, 2. The written sources and their archaeological background, 1. The ancient Greek and Latin writers. 2. The later history of the Maussolleion and its utilization in the Hospitaller Castle at Bodrum, Jutland Archaeological Society publications, 15.2 (Äarhus 1986)· Pedersen, P., The Maussolleion at Halikarnassos, 3. The Maussolleion terrace and accessory structures, Jutland Archaeological Society publications, 15.3 (Äarhus 1991)· Jeppesen, K., The Maussolleion at Halikarnassos, 4. The quadrangle. The foundations of the Maussolleion and its sepulchral compartments, Jutland Archaeological Society publications, 15.4 (Äarhus 2000).

41. Isager, J. (επιμ.), Hekatomnid Caria and the Ionian Renaissance. Acts of the international symposium at the Department of Greek and Roman Studies, Odense University, 28-29 November 1991 (Odense 1994).

42. Vermeule, C.C., “From Halicarnassus to Alexandria in the Hellenistic Age. The Ares of Halicarnassus by Leochares”, στο Alessandria e il mondo ellenistico-romano. Studi in onore di Achille Adriani, 1-3 (Roma 1983-1984), σελ 783-788· Scheibler, I., “Leochares in Halikarnassos. Zur Methode der Meisterforschung”, στο Wandlungen. Studien zur antiken und neueren Kunst E. Homann-Wedeking gewidmet (Waldsassen 1975), σελ. 152-162.

43. Özet, M.A., “The tomb of a noble woman from the Hekatomnid period”, στο Isager, J. (επιμ.), Hekatomnid Caria and the Ionian Renaissance. Acts of the international symposium at the Department of Greek and Roman Studies, Odense University, 28-29 November 1991 (Odense 1994), σελ. 88-96.

44. Βλ. αναλυτικά Pedersen, P., “Halikarnassos and the Ptolemies II. The Architecture of Hellenistic Halikarnassos”, στο Isager, S. – Pedersen, P. (επιμ.), The Salmakis Inscription and Hellenistic Halicarnassos (Halikarnassean Studies 4, Odense 2004), σελ. 145-164.

45. Migeotte, L., Les souscriptions publiques dans les cités grecques (Genève – Quebec 1992), σελ. 242, αρ. 77. Για την επιγραφή αυτή, αλλά και για αυτές που αναφέρονται στις δύο επόμενες σημειώσεις βλ. Isager, S., “Halikarnassos and the Ptolemies I. Inscriptions on Public Buildings”, στο Isager, S. – Pedersen, P. (επιμ.), The Salmakis Inscription and Hellenistic Halicarnassos (Halikarnassean Studies 4, Odense 2004), σελ. 133-144.

46. OGIS 16· Wilhelm, A., “Inschriften aus Halikarnassos und Theangela”, JÖAI 11 (1908), σελ. 56 κ.ε., αρ. 2.

47. OGIS 46· Wilhelm, A., “Inschriften aus Halikarnassos und Theangela”, JÖAI 11 (1908), σελ. 60 κ.ε.· Austin, M., The Hellenistic World from Alexander to the Roman Conquest. A Selection of Ancient Sources in Translation (Cambridge 1981), σελ. 100, και Sartre, M., Η Ελληνιστική Μικρά Ασία, μτφρ. Δ. Παλαιοθόδωρος (Αθήνα 2005) (L’Anatolie hellénistique de l’Égée au Caucase, Paris 2003), σελ. 219-220.

48. Pedersen, P., “Halikarnassos and the Ptolemies II. The Architecture of Hellenistic Halikarnassos”, στο Isager, S. – Pedersen, P. (επιμ.), The Salmakis Inscription and Hellenistic Halicarnassos (Halikarnassean Studies 4, Odense 2004), σελ. 153-155.

49. Pedersen, P., “The Building Remains at Salmakis. Fountain I”, και Poulsen, B., “The Building Remains at the Salmakis Fountain II”, στο Isager, S. – Pedersen, P. (επιμ.), The Salmakis Inscription and Hellenistic Halicarnassos (Halikarnassean Studies 4, Odense 2004), σελ. 15-30 και 31-42.

50. Pedersen, P., “Halikarnassos and the Ptolemies II. The Architecture of Hellenistic Halikarnassos”, στο Isager, S. –  Pedersen, P. (επιμ.), The Salmakis Inscription and Hellenistic Halicarnassos (Halikarnassean Studies 4, Odense 2004), σελ. 155.

51. Pedersen, P., “Halikarnassos and the Ptolemies II. The Architecture of Hellenistic Halikarnassos”, στο Isager, S. – Pedersen, P. (επιμ.), The Salmakis Inscription and Hellenistic Halicarnassos (Halikarnassean Studies 4, Odense 2004), σελ. 147-149.

52. Hinks, R.P., Catalogue of the Greek, Etruscan and Roman Paintings and Mosaics in the British Museum (London 1933), σελ. 125-143· Poulsen, B., “The city personifications in the late 'Roman villa' in Halikarnassos”, και Isager, S., The late "Roman villa" in Halikarnassos, The inscriptions, στο Isager, S. – Poulsen, B. (επιμ.), Patron and pavements in late antiquity (Halicarnassian studies 2, Odense 1997), σελ. 3-23 και 24-29· Poulsen, B., “The sculpture from the Late Roman villa in Halicarnassus”, στο Waywell, G.B. (επιμ.), Sculptors and Sculptor of Caria and the Dodecanese (London 1997), σελ. 74-83.

53. Maiuri, A., “I castelli dei cavalleri di Rodi à Cos e à Budrum”, ASAtene 4-5 (1921-1922), σελ. 275-343 και “Il castello di Rodi ad Alicarnassos”, Bolletino d’Arte 2 (1921-1922), σελ. 95-96.

54. Troxell, H.A., “Carians in Miniature”, στο Festschrift Leo Mildenberg (Wetteren 1984), σελ. 249-257.

55. Head, B.V., Historia Nummorum. A Survey of Greek Numismatics² (Oxford 1910), σελ. 617-619· Lang, G., Klassische Antike Stätten Anatoliens. Band I: Abonuteichos-Laranda (Norderstedt 2003), σελ. 398-400.

56. SEG 40 (1990), αρ. 991, στίχος 16.

57. Miller, S.G., The Prytaneion (Berkeley – London 1978), σελ. 323.

58. Hamon, P., “À propos de l’institution du Conseil dans les cités grecques de l’époque hellénistique”, REG 114 (2001), σελ. XXI-XXII.

59. Zecchini, G., “Nosso di Alicarnasso”, ZPE 128 (1999), σελ. 60-62.

60. Lang, G., Klassische Antike Stätten Anatoliens. Band I: Abonuteichos-Laranda (Norderstedt 2003), σελ. 401-402.

61. Ovid., Metamorphoses IV.258 κ.ε. Για την εκδοχή της επιγραφής της Σαλμακίδος, βλ. Sourvinou-Inwood, C., “Hermaphroditos and Salmakis: the Voice of Halikarnassos”, στο Isager, S. – Pedersen, P. (επιμ.), The Salmakis Inscription and Hellenistic Halicarnassos (Halikarnassean Studies 4, Odense 2004), σελ. 59-84.

62. Syll.³ 1.014 = Bielman, A., Femmes et public dans le monde hellénistique (Paris 2002), σελ. 32-39.

63. Trümpy, C., Untersuchungen zu den altgriechischen Monatsnamen und Monatsfolgen (Heidelberg 1997), σελ. 113-114.

     
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>