Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Μαρδαΐτες στη Μ. Ασία (Βυζάντιο)

Συγγραφή : Μακρυπούλιας Χρήστος (13/12/2005)

Για παραπομπή: Μακρυπούλιας Χρήστος, «Μαρδαΐτες στη Μ. Ασία (Βυζάντιο)», 2005,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=5216>

Μαρδαΐτες στη Μ. Ασία (Βυζάντιο) (5/3/2007 v.1) Mardaites in Asia Minor (15/2/2006 v.1) 
 

1. Ιστορικό πλαίσιο

Οι Μαρδαΐτες εμφανίζονται στο ιστορικό προσκήνιο τον 7ο αιώνα και οι απόψεις για την καταγωγή τους διίστανται.1 Κατά την επικρατέστερη άποψη, ταυτίζονται με τους Djarādjima, που κατοικούσαν στο όρος Αμανός ή Μαύρον Όρος (αραβ. Lukkām) της Συρίας και στις ελώδεις περιοχές βόρεια της Αντιόχειας. Το όνομά τους (πληθ. του Djurdjumānī) προερχόταν είτε από την ονομασία της επαρχίας Gurgum, στην περιοχή της Γερμανικείας, είτε από μία μικρή πόλη ανάμεσα στο Αλέπιον (Χαλέπι) και την Αλεξανδρέττα, την Djurdjūma, προπύργιο των Djarādjima, την οποία κατέστρεψαν οι Άραβες το έτος 708, όταν κατέπνιξαν την εξέγερση που είχαν υποκινήσει και ενισχύσει οι Βυζαντινοί.

Οι Djarādjima ήταν χριστιανοί και υπάγονταν στο Πατριαρχείο Αντιοχείας, αλλά πιθανότατα ακολουθούσαν το δόγμα του μονοφυσιτισμού ή του μονοθελητισμού.2 Σύμφωνα με αραβικές πηγές, μετά την κατάκτηση της περιοχής της Αντιόχειας από τους μουσουλμάνους το 638, οι Άραβες υπέταξαν τους Djarādjima, στους οποίους ανέθεσαν τη φύλαξη των ορεινών περασμάτων του Αμανού, απαλλάσσοντάς τους από την καταβολή φόρων.

Στα μέσα της δεκαετίας του 660, καθώς οι Άραβες υποψιάζονταν τους χριστιανούς Djarādjima για συνεργασία με τους Βυζαντινούς, εγκατέστησαν εποίκους στην περιοχή, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση των Djarādjima. Στις στρατιωτικές συγκρούσεις που ακολούθησαν νικητής αναδείχθηκε ο χαλίφης Μωαβίας ιμπν Άμπι Σουφυάν (Muwa‘iyah ibn Abi Sufyan), πρώην διοικητής της Συρίας. Σε απάντηση, οι Djarādjima ξεκίνησαν επιδρομές εναντίον των αστικών κέντρων της Συρίας και της Παλαιστίνης, έχοντας επικεφαλής Βυζαντινούς αξιωματικούς. Πιθανότατα την περίοδο εκείνη έλαβαν από τους τοπικούς πληθυσμούς το όνομα «Μαρδαΐτες», με το οποίο έμειναν γνωστοί στις ελληνόγλωσσες πηγές. Το όνομα προέρχεται πιθανότατα από τη σημιτική λέξη “maridaye” και σημαίνει «αντάρτης» ή «ληστής».3 Η σύγκρουσή τους με τους μουσουλμάνους κορυφώθηκε τα επόμενα χρόνια, όταν οι Βυζαντινοί αποφάσισαν να τους χρησιμοποιήσουν για να προκαλέσουν αντιπερισπασμό στους Άραβες.

2. Η δράση των Μαρδαϊτών στη Μέση Ανατολή

Το 671 οι Άραβες κατέλαβαν την Κύζικο και τα επόμενα έτη, ξεκινώντας από το 673, επιδόθηκαν σε ναυτικό αποκλεισμό της Κωνσταντινούπολης. Χάρη στον ισχυρό του στόλο και το υγρόν πυρ, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Δ΄ (668-685) κατάφερε να αποκρούσει τις επιθέσεις του αραβικού ναυτικού. Παράλληλα, εκμεταλλευόμενοι τις δυσκολίες των Αράβων, οι Βυζαντινοί οργάνωσαν αντιπερισπασμό στη Μέση Ανατολή. Οι Μαρδαΐτες, καθοδηγούμενοι από Βυζαντινούς αξιωματικούς, κατέλαβαν (πιθανόν το 677) τα βουνά από την οροσειρά του Αμανού έως τις παρυφές των Ιεροσολύμων και από εκεί διενεργούσαν επιδρομές στη Συρία και το Λίβανο, ενώ στις γραμμές τους κατέφευγαν δούλοι και εντόπιοι χριστιανοί. Μην μπορώντας να τους αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, ο Μωαβίας το 678 απέστειλε πρεσβεία ειρήνης στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης ειρήνης, οι Βυζαντινοί αναλάμβαναν την υποχρέωση να αναστείλουν τις επιθέσεις των Μαρδαϊτών στη Συρία και το Λίβανο.

Η εξέγερση των Μαρδαϊτών δεν έλαβε τέλος παρά δέκα έτη αργότερα. Ο Ιουστινιανός Β´ (685-695, 705-711), αν και είχε ανανεώσει τη συνθήκη ειρήνης με τους Άραβες το 685, θέλησε να εκμεταλλευτεί τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε εξαιτίας στασιαστικών κινημάτων ο χαλίφης Αμπντ αλ-Μαλίκ (Abd al-Malik). Για το λόγο αυτόν, το 688 ώθησε τους Μαρδαΐτες να επαναλάβουν τις επιδρομές τους, ενισχύοντάς τους με δυνάμεις ιππικού. Ο Αμπντ αλ-Μαλίκ αναγκάστηκε να υπογράψει νέα συνθήκη ειρήνης με επαχθείς για το χαλιφάτο όρους, αλλά και με την υποχρέωση εκ μέρους των Βυζαντινών να αποσύρουν τους Μαρδαΐτες από τον Αμανό. Ο Ιουστινιανός αποδέχτηκε τον όρο αυτόν, πράξη για την οποία κατακρίθηκε από μεταγενέστερους ιστορικούς.4 Όσοι Μαρδαΐτες παρέμειναν στη Συρία ηττήθηκαν από τους Άραβες, οι οποίοι εξόντωσαν τα βυζαντινά στρατεύματα που είχαν σταλεί για να τους ενισχύσουν. Οι Μαρδαΐτες της Συρίας πολέμησαν στο πλευρό των Αράβων στο Ιράκ και στις επιδρομές τους εναντίον βυζαντινών εδαφών τον 8ο αιώνα, ενώ η παρουσία τους στον Αμανό μαρτυρείται έως το 10ο αιώνα.

3. Η εγκατάσταση των Μαρδαϊτών στα βυζαντινά εδάφη

Οι πηγές ανεβάζουν τον αριθμό των Μαρδαϊτών που κατέφυγαν στα βυζαντινά εδάφη σε 12.000· δε διευκρινίζεται αν σε αυτόν περιλαμβάνεται το σύνολο των προσφύγων ή μόνο οι άνδρες στρατεύσιμης ηλικίας. Οι Μαρδαΐτες εγκαταστάθηκαν στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία, συγκεκριμένα στις περιοχές της Παμφυλίας, της Λυκίας και της Κιλικίας.

Στις αρχές του 8ου αιώνα οι βυζαντινές επαρχίες στις οποίες είχαν εγκατασταθεί οι Μαρδαΐτες οργανώθηκαν στρατιωτικά στο θέμα Κιβυρραιωτών, στο οποίο είχε ενταχθεί το σύνολο των επαρχιακών ναυτικών δυνάμεων της αυτοκρατορίας. Στο πλαίσιο της οργάνωσης αυτής, οι Μαρδαΐτες ενσωματώθηκαν στις ναυτικές δυνάμεις του θέματος ως αυτόνομος σχηματισμός με έδρα την πρωτεύουσα Αττάλεια, ενώ ζούσαν και σε άλλες περιοχές.5 Διοικούνταν από Βυζαντινό αξιωματούχο που έφερε το βαθμό του κατεπάνω, διοριζόταν απευθείας από τον αυτοκράτορα και ήταν ανεξάρτητος από το στρατηγό του θέματος. Δε γνωρίζουμε το χρόνο κατά τον οποίο έλαβαν χώρα οι μεταρρυθμίσεις αυτές, αλλά πιθανότατα είναι σχεδόν σύγχρονες με την ίδρυση του θέματος. Οι Μαρδαΐτες της Αττάλειας απέκτησαν μεγάλη φήμη για τις ναυτικές τους ικανότητες, ιδίως στη χρήση ταχέων αναγνωριστικών σκαφών, αλλά και για το μίσος τους προς τους Άραβες της Συρίας.

Αργότερα (τον 9ο αιώνα), ένα μέρος των Μαρδαϊτών μεταφέρθηκε στα θέματα Πελοποννήσου, Νικοπόλεως (περιλάμβανε τα εδάφη της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας) και Κεφαλληνίας· στις περιοχές αυτές συνέχισαν να υπηρετούν ως ναυτικά πληρώματα.6 Στα τέλη του 9ου αιώνα οι Μαρδαΐτες της Πελοποννήσου έλαβαν μέρος στις εκστρατείες στη Σικελία, ενώ το 911 και το 949 μεγάλος αριθμός Μαρδαϊτών των τριών θεμάτων (πάνω από 5.000 στην πρώτη περίπτωση, 3.000 στη δεύτερη) συμμετείχαν στις εκστρατείες εναντίον των Αράβων της Κρήτης.

Οι Μαρδαΐτες της Αττάλειας συνέχισαν να υπηρετούν ως επίλεκτα πληρώματα του στόλου των Κιβυρραιωτών έως το δεύτερο ήμισυ του 10ου αιώνα, αλλά η αποδυνάμωση των θεματικού στόλου των Κιβυρραιωτών τον 11ο αιώνα πρέπει να επηρέασε και αυτούς. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τη μετέπειτα ιστορία τους και το πιθανότερο είναι ότι σταδιακά αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό.

4. Αποτελέσματα της παρουσίας των Μαρδαϊτών στη Μικρά Ασία

Οι Μαρδαΐτες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη στρατηγική των Βυζαντινών εναντίον των Αράβων τον 7ο αιώνα, και κυρίως κατά τη διάρκεια της πρώτης πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης· τότε οι επιδρομές τους στο Λίβανο, σε συνδυασμό με τη ναυτική ήττα των πολιορκητών, ουσιαστικά ανάγκασαν τους Άραβες να εγκαταλείψουν την πολιορκία και να υπογράψουν συνθήκη ειρήνης. Η επανάληψη των όρων για απόσυρση των Μαρδαϊτών στις επόμενες συνθήκες και η επιμονή των Αράβων το 688 να εγκαταλείψουν οι Μαρδαΐτες το Μαύρον Όρος δείχνουν το μέγεθος της απειλής που αντιμετώπιζαν οι κεντρικές περιοχές του χαλιφάτου από τους συμμάχους των Βυζαντινών.

Η εγκατάσταση των Μαρδαϊτών στα βυζαντινά εδάφη, αν και αποδυνάμωσε την επιθετική πολιτική του Βυζαντίου στη Μέση Ανατολή, ενίσχυσε όμως τις ναυτικές δυνάμεις της αυτοκρατορίας στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία, καθώς σύντομα οι Μαρδαΐτες απέδειξαν τις ικανότητές τους στη θάλασσα και ενίσχυσαν σημαντικά το θεματικό ναυτικό των Κιβυρραιωτών, κυρίως στην ανίχνευση και τη συλλογή πληροφοριών. Παρόμοια θετικά αποτελέσματα είχε και η εγκατάσταση μέρους των Μαρδαϊτών στα δυτικά θέματα, οι στολίσκοι των οποίων ωφελήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις ναυτικές ικανότητες του λαού της Συρίας, και μάλιστα σε μια εποχή που το Βυζάντιο αντιμετώπιζε επιπλέον την απειλή των αραβικών στόλων της Δυτικής Μεσογείου.

Η εγκατάσταση των Μαρδαϊτών στη Μικρά Ασία και τον ελλαδικό χώρο άφησε τα ίχνη της στην εθνολογική σύσταση του πληθυσμού των περιοχών αυτών. Σε έγγραφο των Λατίνων ηγεμόνων της Κέρκυρας, χρονολογούμενο το 1365, με το οποίο επικυρώνεται παλαιότερο διάταγμα (έτος 1246) του Μιχαήλ Β΄, ηγεμόνα της Ηπείρου, αναφέρεται μία “decarhia Mardatorum”, ενώ Ευρωπαίοι περιηγητές του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα διέκριναν σημιτικά χαρακτηριστικά σε πολλούς από τους Έλληνες κατοίκους της Αττάλειας, υποδηλώνοντας ότι κατάγονταν από Μαρδαΐτες. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, ακόμη και το ακριτικό έπος διασώζει την ανάμνηση των Μαρδαϊτών, κρυμμένη πίσω από το όνομα «Μαυριορίτες».

1. Ο P.A. Hollingsworth στο The Oxford Dictionary of Byzantium 2 (New York – Oxford 1991), σελ. 1297, βλ. λ.“Mardaites”, τους θεωρεί περσικής ή αρμενικής καταγωγής. Ο M. Canard στο The Encyclopedia of Islam2 2 (Leiden – London 1965), σελ. 456-458, βλ. λ. “Djaradjima”, κλίνει προς την άποψη ότι οι Μαρδαΐτες ήταν περσικής καταγωγής. Ο Χ. Μπαρτικιάν, «Η λύση του αινίγματος των Μαρδαϊτών», στο Στράτου, Ν.Α. (επιμ.), Βυζάντιον. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Ν. Στράτο 1 (Aθήνα 1986), σελ. 17-39, διατυπώνει τη θεωρία ότι οι Μαρδαΐτες του 7ου αιώνα ήταν εξαρμενισμένοι Μάρδοι (ιρανική ληστρική φυλή) που πολεμούσαν ως μισθοφόροι των Βυζαντινών και δεν είχαν καμία σχέση με τους Djarādjima ή τους μεταγενέστερους Μαρδαΐτες της Μικράς Ασίας. Οι σύγχρονοι Μαρωνίτες του Λιβάνου υποστηρίζουν ότι κατάγονται από τους Μαρδαΐτες, αλλά η άποψη αυτή καταρρίπτεται από το Moosa, M., “The Relation of the Maronites of Lebanon to the Mardaites and al-Jarājima”, Speculum 44 (1969), σελ. 597-608.

2. Ο Χ. Μπαρτικιάν, «Η λύση του αινίγματος των Μαρδαϊτών», στο Στράτου, Ν.Α. (επιμ.), Βυζάντιον. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Ν. Στράτο 1 (Aθήνα 1986), σελ. 17-39, πιστεύει ότι ήταν μονοφυσίτες, ενώ ο Κ. Άμαντος, «Μαρδαΐται», Ελληνικά 5 (1932), σελ. 130-136, θεωρεί ότι ακολουθούσαν το ορθόδοξο δόγμα.

3. Το γεγονός ότι κυριότερη πολεμική τακτική των Μαρδαϊτών ήταν ο κλεφτοπόλεμος γίνεται εμφανές και από ένα χωρίο του Βυζαντινού χρονογράφου Θεοφάνους, Χρονογραφία, στο de Boor, C. (επιμ.), Theophanis Chronographia (Leipzig 1883), σελ. 397, 17-19. Σε αυτό περιγράφεται η δράση των βυζαντινών στρατευμάτων, τα οποία είχαν λάβει θέση στα όρη της Βιθυνίας για να παρενοχλούν τις δυνάμεις των Αράβων που πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολη το 717-718 και οι καταδρομικές τους επιχειρήσεις παραλληλίζονται με αυτές των Μαρδαϊτών («δίκην Μαρδαϊτών κρυπτόμενοι»).

4. Ο Θεοφάνης, Χρονογραφία, στο de Boor, C. (επιμ.), Theophanis Chronographia (Leipzig 1883), σελ. 364, 3-5, ανέφερε ότι, με την κίνησή του αυτή, ο Ιουστινιανός διέλυσε ένα «χάλκινο» τείχος και ακρωτηρίασε τη βυζαντινή εξουσία: «τούτῳ τῷ ἔτει ἐγένετο λιμὸς ἐν Συρίᾳ· καὶ πολλοὶ εἰσῆλθον εἰς Ῥωμανίαν. καὶ ἐλθὼν ὁ βασιλεὺς εἰς Ἀρμενίαν ἐκεῖ ἐδέξατο τοὺς ἐν τῷ Λιβάνῳ Μαρδαΐτας, χάλκεον τεῖχος διαλύσας». Βλ. επίσης ό.π., σελ. 363, 14-20: «καὶ πέμψας ὁ βασιλεὺς προσελάβετο τοὺς Μαρδαΐτας χιλιάδας ιβ΄, τὴν Ῥωμαϊκὴν δυναστείαν ἀκρωτηριάσας. πᾶσαι γὰρ αἱ νῦν οἰκούμεναι παρὰ τῶν Ἀράβων εἰς τὰ ἄκρα πόλεις ἀπὸ Μοψουεστίας καὶ ἕως τετάρτης Ἀρμενίας ἀνίσχυροι καὶ ἀοίκητοι ἐτύγχανον διὰ τὴν ἔφοδον τῶν Μαρδαϊτῶν· ὧν παρασταλλέντων, πάνδεινα κακὰ πέπονθεν ἡ Ῥωμανία ὑπὸ τῶν Ἀράβων μέχρι τοῦ νῦν».

5. Η άποψη ότι Μαρδαΐτες είχαν εγκατασταθεί και στην Αντιόχεια της Πισιδίας και τη νήσο Κάρπαθο βασίζεται στο γεγονός ότι το 10ο αιώνα στις περιοχές αυτές στάθμευαν «γαλέες» του θέματος Κιβυρραιωτών και στην υπόθεση ότι ο συγκεκριμένος τύπος πλοίου χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από τους Μαρδαΐτες, βλ. Makrypoulias, Ch.G., “The Navy in the Works of Constantine Porphyrogenitus”, Graeco-Arabica 6 (1995), σελ. 152-171.

6. Σε αντίθεση με την Ahrweiler-Γλύκατζη, Ε., Byzance et la mer (Paris 1966), σελ. 399-400, ο Άμαντος, Κ., «Μαρδαΐται», Ελληνικά 5 (1932), σελ. 130-136, θεωρεί ότι οι Μαρδαΐτες των δυτικών θεμάτων δεν είχαν σχέση με τους Μαρδαΐτες της Αττάλειας, αλλά ονομάστηκαν έτσι επειδή ήταν και αυτοί ναυτικοί.

     
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>