Encyclopaedia of the Hellenic World, Asia Minor FOUNDATION OF THE HELLENIC WORLD
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα AΑναζήτηση με το γράμμα BΑναζήτηση με το γράμμα CΑναζήτηση με το γράμμα DΑναζήτηση με το γράμμα EΑναζήτηση με το γράμμα FΑναζήτηση με το γράμμα GΑναζήτηση με το γράμμα HΑναζήτηση με το γράμμα IΑναζήτηση με το γράμμα JΑναζήτηση με το γράμμα KΑναζήτηση με το γράμμα LΑναζήτηση με το γράμμα MΑναζήτηση με το γράμμα NΑναζήτηση με το γράμμα OΑναζήτηση με το γράμμα PΑναζήτηση με το γράμμα QΑναζήτηση με το γράμμα RΑναζήτηση με το γράμμα SΑναζήτηση με το γράμμα TΑναζήτηση με το γράμμα UΑναζήτηση με το γράμμα VΑναζήτηση με το γράμμα WΑναζήτηση με το γράμμα XΑναζήτηση με το γράμμα YΑναζήτηση με το γράμμα Z

Νικομήδεια (Βυζάντιο)

Author(s) : ΙΒΕ , Γιούργαλη Χ. (9/28/2003)

For citation: ΙΒΕ , Γιούργαλη Χ., «Νικομήδεια (Βυζάντιο)», 2003,
Encyclopaedia of the Hellenic World, Asia Minor
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=5564>

Νικομήδεια (Βυζάντιο) (11/9/2011 v.1) Nicomedia (Byzantium) (11/10/2011 v.1) 

GLOSSARY

 

Partitio Romaniae
Το έγγραφο της συνθήκης που υπέγραψαν οι Λατίνοι της Δ΄ Σταυροφορίας (δώδεκα Βενετοί και δώδεκα Φράγκοι) μεταξύ 12ης Απριλίου και 9ης Μαΐου 1204. Με αυτό ιδρύθηκε η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης και διαμοιράστηκαν τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μεταξύ Βενετών και Φράγκων.

tribunus stabuli, τριβούνος του στάβλου, ο
Ο tribunus stabuli (τριβούνος του στάβλου) ήταν κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο υψηλόβαθμος στρατιωτικός αξιωματούχος των σχολών (scholae palatinae) με αρμοδιότητα τη διοίκηση ιππικού σώματος και την εποπτεία του ανεφοδιασμού με ίππους, καταρχήν της αυλής αλλά και του ιππικού της αυτοκρατορίας εν γένει.

βαλανείο, το
Δημόσια λουτρά της Αρχαιότητας. Άκμασαν κυρίως κατά την Ελληνιστική περίοδο, αλλά συνέχισαν να λειτουργούν και μετά. Διέθεταν υπόκαυστα και δεξαμενές ζεστού νερού.

εμπόριον, το (εμπορείον)
Τα εμπόρια (εμπορεία) ήταν εμπορικοί σταθμοί που εξυπηρετούσαν πρωτίστως τις ανάγκες του διαμετακομιστικού εμπορίου, αλλά ήταν και προς χρήση όλων των ταξιδιωτών. Σταδιακά κάποια από αυτά εξελίχθηκαν σε οικισμούς.

εταιρειάρχης, μικρός εταιρειάρχης, μέγας εταιρειάρχης, ο
Το αξίωμα του εταιρειάρχη εμφανίστηκε στις αρχές του 9ου αιώνα και αφορούσε τον επικεφαλής της εταιρείας, σώματος της αυτοκρατορικής φρουράς που ιδρύθηκε αυτήν την περίοδο. Από τον ύστερο 9ο αιώνα και εξής ο εταιρειάρχης ο ήταν επικεφαλής της τρίτης εταιρείας, που απαρτιζόταν από στρατιώτες των ασιατικών θεμάτων, ο μικρός εταιρειάρχης ήταν ο επικεφαλής της μέσης εταιρείας, που απαρτιζόταν από ξένους μισθοφόρους, και ο μέγας εταιρειάρχης ήταν ο επικεφαλής της μεγάλης εταιρείας, που απαρτιζόταν από στρατιώτες του θέματος Μακεδονίας.

καίσαρας, ο
Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ο τίτλος του καίσαρα απονεμόταν στον αυτοκράτορα. Επί Διοκλητιανού (284-305) και μετέπειτα, καίσαρας αναγορευόταν ο νεαρός συναυτοκράτορας. Ήταν ο υψηλότερος τίτλος στην ιεραρχία της βυζαντινής αυλής, με διάσημα ένα στέμμα και ένα σταυρό. Τον 8ο αιώνα το αξίωμα του καίσαρα αποδιδόταν συνήθως στο διάδοχο του θρόνου. Τον ύστερο 11ο αιώνα, με τη μεταρρύθμιση του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118), ο καίσαρας υποβαθμίστηκε, έγινε ο τρίτος στην ιεραρχία μετά τον αυτοκράτορα και το σεβαστοκράτορα. Από το 14ο αιώνα το αξίωμα αποδιδόταν κυρίως σε ξένους πρίγκιπες.

κομμερκιάριος, ο
Αξιωματούχος επιφορτισμένος με την είσπραξη της δεκάτης, του δασμού (κομμερκίου) 10% που βάρυνε τη μετακίνηση και την πώληση των εμπορευμάτων. Η δικαιοδοσία του περιλάμβανε είτε κάποιο από τα μεγάλα αστικά κέντρα με έντονη εμπορική ζωή (οι πόλεις αυτές πολλαπλασιάζονται τον 8ο και 9ο αιώνα) είτε μια εκτεταμένη περιοχή της αυτοκρατορίας. Εφόσον είχε διοριστεί από τον αυτοκράτορα, ονομαζόταν βασιλικός κομμερκιάριος. Κατά την Ύστερη περίοδο, ο κομμερκιάριος ήταν επιχειρηματίας που εμπορευόταν μετάξι για δικό του λογαριασμό.

μονοστράτηγος, ο
Όρος με τον οποίο χαρακτηριζόταν στις βυζαντινές πηγές ο στρατηγός ενός θέματος όταν, εκτός της ηγεσίας των δικών του στρατευμάτων, αναλάμβανε τη διοίκηση και άλλων γειτονικών θεμάτων, είτε για να οργανώσει καλύτερα την άμυνα σε ένα ενιαίο μέτωπο είτε για τη διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων υπό ενιαία διοίκηση.

ξενοδοχείον, το
Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία τα ξενοδοχεία ήταν κοινωφελή ιδρύματα τα οποία παρείχαν νοσοκομειακή περίθαλψη. Από τον 6ο αιώνα και εξής χαρακτηρίζονταν ως νοσοκομεία εφόσον λειτουργούσε στο χώρο τους χειρουργείο («τραύμα»). Ως εκκλησιαστικά ιδρύματα τα ξενοδοχεία παρείχαν φιλοξενία, ενίοτε και περίθαλψη, σε μοναχούς και απόρους κοσμικούς και λειτουργούσαν είτε μέσα στις μονές ή και ανεξάρτητα.

ξενοδόχος, ο
Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ο ξενοδόχος ήταν καταρχήν κρατικός αξιωματούχος προϊστάμενος του ξενοδοχείου. Ως κληρικός αξιωματούχος ήταν προϊστάμενος του αντίστοιχου μοναστικού ή εκκλησιαστικού ιδρύματος. Πρώτος κληρικός ξενοδόχος αυτοδιορίστηκε ο Ευφραίμ Σύρος στην Έδεσσα, τον 4ο αιώνα. Οι ξενοδόχοι συνήθως ασκούσαν τα καθήκοντά τους για ένα χρόνο.

πατήρ πόλεως, ο (pater civitatis)
Αξίωμα που χρονολογείται στην Ύστερη Αρχαιότητα. Tην Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο πρόκειται για αξίωμα της τοπικής αστικής αυτοδιοίκησης και αφορά αξιωματούχο επιφορτισμένο με τη διαχείριση των οικονομικών της πόλης και την αποκατάσταση ή τη συντήρηση των πόλεων.

Πευτιγγεριανός πίνακας, ο/ Tabula Peutingeriana
Μεσαιωνικό αντίγραφο οδικού χάρτη του 4ου-5ου αιώνα, στον οποίο σημειώνονται οι σημαντικότερες πόλεις και οδοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (συμπεριλαμβανομένου του δυτικού τμήματος και της Β. Αφρικής), της Μέσης Ανατολής και της Ινδίας. Πήρε το όνομά του από το Γερμανό ουμανιστή Konrad Peutinger, ιδιοκτήτη του χειρογράφου τον 16ο αιώνα.

προάστειον ή προάστιον, το
Κλήρος γης που βρισκόταν σε απόσταση από κάποιον κατοικημένο τόπο (αστικό κέντρο ή χωριό) και δεν κατοικούνταν από τον ιδιοκτήτη του, αλλά μόνο από τους δούλους ή τους μισθίους (εργάτες χωρικούς).

προτήκτωρ, ο (protector)
Η προέλευση του αξιώματος των προτηκτόρων είναι ασαφής. Κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο ήταν ένα από τα σώματα της προσωπικής φρουράς του αυτοκράτορα. Οι προτήκτορες ύστερα από σύντομη θητεία εντάσσονταν στις σχολές. Κατά τον 6ο αιώνα το αξίωμα αυτό ήταν τιμητικό, ενώ ήδη από προγενέστερη περίοδο είναι πολύ πιθανόν ότι η θητεία τους ήταν εξαγοράσιμη, καθώς και ότι οι προτήκτορες είχαν την επιλογή να μη συνοδεύσουν τον αυτοκράτορα σε εκστρατεία.

σπαθάριος, ο
Πρώιμη Βυζαντινή περίοδος: Αξίωμα και αργότερα τιμητικός τίτλος. Κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο σπαθάριοι ονομάζονται οι σωματοφύλακες του αυτοκράτορα ή των ανώτερων αξιωματούχων. Από την εποχή του Θεοδοσίου Β΄ οι αυτοκρατορικοί σπαθάριοι ανήκαν στο σώμα των κουβικουλαρίων και ήταν ευνούχοι. Μέση Βυζαντινή περίοδος: Από τις αρχές του 8ου αιώνα πιθανόν έγινε τιμητικός τίτλος. Κατά τον 9ο αιώνα ο τίτλος άρχισε να χάνει την ισχύ του. Από τον 11ο αιώνα απαντά σπάνια στις πηγές, ενώ κατά το 12ο αιώνα δηλώνει πλέον ασήμαντα πρόσωπα. Ως ενεργός αξιωματούχος ο σπαθάριος συμμετείχε στη διοίκηση του κράτους, αλλά και στη λειτουργία της αυλής. Ως τιμητικός τίτλος απονεμόταν σε αυλικούς, πολιτικούς, στρατιωτικούς, μέλη επιφανών οικογενειών ακόμα και σε κληρικούς.

Συνέκδημος του Ιεροκλή, ο
Γεωγραφικό εγχειρίδιο που συντάχτηκε λίγο πριν από το 535 από τον Ιεροκλή το Γραμματικό. Αποτελεί κατάλογο των 64 επαρχιών και 923 (αρχικά 935) πόλεων της αυτοκρατορίας και είναι η σημαντικότερη πηγή για τη διοικητική και πολιτική γεωγραφία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας πριν από τις αραβικές επιδρομές. Θεωρείται ότι το έργο βασίζεται σε επίσημα έγραφα και παρουσιάζει την πολιτική, διοικητική, αλλά εν μέρει και την εκκλησιαστική γεωγραφία από τα μέσα του 5ου αιώνα, ωστόσο περιέχει προσθήκες από την εποχή του Ιουστινιανού Α΄, ενώ κάποια από τα στοιχεία του είναι υπό συζήτηση. Χρησίμευσε στον Κωνσταντίνο Z΄ Πορφυρογέννητο ως βασική πηγή –μαζί με το Στέφανο Βυζάντιο–για το έργο Περί των θεμάτων. Το σημαντικότερο αυτό έργο του Ιεροκλή δημοσιεύθηκε από τον G. Parthey (Hieroclis Synecdemus, Berlin 1866) και από τον A. Burckhardt (Hieroclis Synecdemus, Leipzig 1893). Ο E. Honigmann επιμελήθηκε την τελευταία και εγκυρότερη έκδοση (Le Synekdèmos d'Hiéroklès et l'opuscule géographique de Georges de Chypre, Brussels 1939).

σχολές, οι (scholae palatinae)
Οι σχολές (στα λατινικά: scholae palatinae) ιδρύθηκαν από το Διοκλητιανό (284-305). Ήταν σώματα της αυτοκρατορικής φρουράς, για την ακρίβεια συνιστούσαν τον προσωπικό στρατό του αυτοκράτορα, και διοικούνταν αρχικά από τους magistri officiorum και στη συνέχεια από το δομέστικο των σχολών. Στην Ανατολή έδρευαν επτά σχολές και στη Δύση πέντε. O Iουστινιανός A΄ (527-565) ίδρυσε τέσσερις ακόμα σχολές, οι οποίες καταργήθηκαν στη συνέχεια.

χρυσόβουλο, το
Το χρυσόβουλο ή χρυσόβουλλον είναι το πιο επίσημο έγγραφο που εκδιδόταν από τη γραμματεία των Βυζαντινών αυτοκρατόρων. Ονομάζεται έτσι γιατί φέρει τη χρυσή βούλα του αυτοκράτορα.

 
 
 
 
 
 
 
 

Entry's identity

 
press image to open photo library
 

>>>