Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Γυμνάσια στη Μ. Ασία

Συγγραφή : Καζακίδη Ναταλία (14/7/2005)

Για παραπομπή: Καζακίδη Ναταλία, «Γυμνάσια στη Μ. Ασία», 2005,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=4048>

Γυμνάσια στη Μ. Ασία (23/1/2006 v.1) Gymnasia in Asia Minor (23/3/2007 v.1) 
 

1. Εισαγωγή

Το γυμνάσιο, όπως και το θέατρο, θεωρούνταν αναπόσπαστο τμήμα της ζωής μιας ελληνικής πόλης της Αρχαιότητας.1 Προοριζόταν για τη σωματική, αλλά και τη θεωρητική εκπαίδευση των νέων, και αποτελούνταν από επιμέρους χώρους με εξειδικευμένη λειτουργία.

2. Οι επιμέρους χώροι του γυμνασίου και οι λειτουργίες του

2.1. Το κτήριο της παλαίστρας

Tο κτήριο της παλαίστρας2 αποτελούνταν από μια κεντρική, ορθογώνια (τετράγωνη ή επιμήκης) περίστυλη αυλή, η οποία περιβαλλόταν από στοές. Πίσω από αυτές αναπτύσσονταν περιμετρικά αίθουσες διάφορων χρήσεων. Χάρη στη μαρτυρία των γραπτών πηγών, της αρχαίας δηλαδή γραμματείας και των επιγραφών που μας σώζονται, αλλά και των λειψάνων που έφεραν στο φως οι ανασκαφές, γνωρίζουμε σήμερα την ονομασία των επιμέρους χώρων της παλαίστρας και πληροφορούμαστε για τη λειτουργία τους: βοηθητικοί χώροι για τη φροντίδα και την καθαριότητα του σώματος. To αποδυτήριον,3 όπου οι νέοι γδύνονταν και άφηναν τα ενδύματά τους πριν γυμναστούν, αποτελούσε συνήθως μια από τις μεγαλύτερες αίθουσες της παλαίστρας. Λειτουργούσε παράλληλα ως χώρος ανάπαυσης, συνάντησης και συζήτησης. Πριν από τη διεξαγωγή των γυμναστικών ασκήσεων οι νέοι άλειφαν το σώμα τους με λάδι στο αλειπτήριον.4 Για τη φύλαξη των αγγείων του λαδιού υπήρχε ειδικός αποθηκευτικός χώρος, το ελαιοθέσιον,5 ενώ στο κονιστήριον [ή κόνι(σ)μα] βρισκόταν, σύμφωνα με την ετυμολογία της λέξης, η λεπτή σκόνη ή η άμμος, την οποία κολλούσαν οι αθλητές πάνω στο λαδωμένο σώμα.6 Το λάδι και τη σκόνη αυτή καθάριζαν μετά την άθλησή τους με τη βοήθεια της στλεγγίδας, ενός μεταλλικού εργαλείου που διέθετε μια καμπύλη λεπίδα. Απαραίτητο για τη λειτουργία του γυμνασίου ήταν το λουτρό (ή λουτρώνας), αίθουσα που διέθετε κατάλληλο σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης και λεκάνες (πυέλους) τοποθετημένες κατά μήκος των τοίχων.7

2.2. Αθλητικοί χώροι

Υπήρχαν χώροι ειδικά διαμορφωμένοι για την άσκηση στα διάφορα αγωνίσματα. To κωρύκειον ήταν το δωμάτιο όπου υπήρχαν οι κώρυκοι, δερμάτινοι σάκοι γεμισμένοι με αλεύρι, πίτουρα ή άμμο, που κρέμονταν από την οροφή και χρησιμοποιούνταν για εξάσκηση στο άθλημα της πυγμαχίας.8 Αναφέρεται ακόμη το σφαιριστήριον,για την ακριβή λειτουργία του οποίου η έρευνα δεν έχει συμφωνήσει έως σήμερα. Έχει ερμηνευτεί είτε ως αίθουσα προορισμένη για την προπόνηση των νέων στην πυγμή9είτε ως υπαίθριος χώρος για παιχνίδι με τόπι ή σφαίρα.10 Ακόμη υπήρχε το πλέθρον που αναφέρει ο Παυσανίας11 για την άσκηση στην πάλη, καθώς και διαμορφωμένοι χώροι στην αυλή της παλαίστρας για το άλμα.12

2.3. Αίθουσες διδασκαλίας και βιβλιοθήκες

Μια συνήθης μορφή αίθουσας στα γυμνάσια ήταν η εξέδρα (ή το εξέδριον). Στην πρόσοψή της, που ήταν προσανατολισμένη στην κεντρική αυλή, υπήρχε μια κιονοστοιχία αντί για ένα συνεχή τοίχο. Αυτές οι ανοικτές προς την αυλή αίθουσες εξυπηρετούσαν ποικίλες λειτουργίες. Αρχαιολογικά διαπιστώνεται ότι κατά μήκος των τοίχων τέτοιων δωματίων βρίσκονται συχνά τοποθετημένα λίθινα θρανία, για να κάθονται οι έφηβοι. Τη μορφή εξέδρας είχε το εφηβείον που, σύμφωνα με το Βιτρούβιο (5.11.2), ήταν η μεγαλύτερη και σημαντικότερη αίθουσα της παλαίστρας, προορισμένη για τη συγκέντρωση και τη θεωρητική εκπαίδευση των εφήβων.13Ακόμηγνωρίζουμε ότι στους Ελληνιστικούς χρόνους λειτουργούσαν συχνά σε σχέση με τα γυμνάσια οργανωμένες βιβλιοθήκες.14

2.4. Ο ξυστός και η παραδρομίς

Ο ξυστός ή κατάστεγοςήταν ένα στωικό οικοδόμημα ανεξάρτητο αρχικά από την παλαίστρα, μήκους 1 σταδίου (600 ποδιών, 192,28 μ.) και πλάτους 32 ποδιών (περίπου 9 μ.). Χρησιμοποιούνταν για την εξάσκηση στο αγώνισμα του δρόμου σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες.15 Ως ξυστός μπορούσε ωστόσο να χρησιμοποιηθεί και μία από τις στοές της αυλής της παλαίστρας. Παράλληλα με τον ξυστό υπήρχε συνήθως η παραδρομίς ή έξω δρόμος, ένας υπαίθριος διάδρομος παρόμοιων διαστάσεων με τον ξυστό, για το αγώνισμα του δρόμου σε αίθριες καιρικές συνθήκες. Ο ξυστός και η παραδρομίς διέθεταν μηχανισμούς άφεσης παρόμοιους με αυτούς των σταδίων.16

2.5. Χώροι λατρείας

Θεοί και ήρωες προστάτευαν τα γυμνάσια. Στα μεγαλύτερα από αυτά ήταν δυνατό να ανεγερθεί ναός για τη λατρεία των θεών,17 ενώ μαρτυρώνται και μικρότεροι λατρευτικοί χώροι, τα ναϊσκάρια.18 Συχνά χρησιμοποιούνταν λίθινοι βωμίσκοι για τις αναίμακτες θυσίες ή τράπεζες προσφορών.

3. Η ελληνική παλαίστρα κατά το Βιτρούβιο

Μεγάλο μέρος των γνώσεών μας σχετικά με την αρχιτεκτονική των Ελλήνων και των Ρωμαίων προέρχεται από το έργο του Ρωμαίου αρχιτέκτονα Βιτρουβίου. Ο Βιτρούβιος (Περί Αρχιτεκτονικής, V, XI, I) περιγράφει την ελληνική παλαίστρα ως ορθογώνιο κτήριο με κεντρική περίστυλη αυλή, περιμέτρου 2 σταδίων (δίαυλος). Στη μία πλευρά της αυλής τοποθετεί μια δεύτερη στοά (ξυστό) μήκους 1 σταδίου και πλάτους 32 ποδιών, στην οποία τελούνταν τα αγωνίσματα σε περίπτωση κακοκαιρίας. Παρόμοιοι υπαίθριοι διάδρομοι είναι οι παραδρομίδες. Στο κέντρο της βόρειας πλευράς της παλαίστρας βρίσκεται, σύμφωνα με το Βιτρούβιο, η μεγαλύτερη και σημαντικότερη αίθουσα, το εφηβείον· στα αριστερά του το ελαιοθέσιον, ενώ στα δεξιά του το κωρύκειον και δίπλα σε αυτό το κονιστήριον. Στις δύο γωνίες της βόρειας πλευράς βρίσκονται δύο δωμάτια λουτρού. Στις υπόλοιπες στοές υπάρχουν εξέδρες με καθίσματα (σχ. 1β).

Αν και ο Βιτρούβιος περιγράφει με σαφήνεια τη θέση των επιμέρους χώρων μέσα στην ελληνική παλαίστρα, αρχαιολογικά διαπιστώνεται ότι τα σωζόμενα γυμνάσια παρουσιάζουν ποικιλομορφία ως προς τον αρχιτεκτονικό τους σχεδιασμό και τη γενική τους κάτοψη, γεγονός που φανερώνει ότι ουδέποτε καθιερώθηκε ένας συγκεκριμένος, μοναδικός τρόπος διάταξης των αιθουσών γύρω από την κεντρική αυλή. Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά είναι δύσκολο να εξακριβωθεί η λειτουργία των δωματίων της παλαίστρας και να γίνει η ταύτισή τους με τους γνωστούς από την αρχαία γραμματεία και τις επιγραφές χώρους. Πιο εύκολη είναι η αναγνώριση των εξεδρών και των λουτρών, λόγω των ιδιαίτερων γνωρισμάτων τους (κιονοστοιχία στην πρόσοψη των εξεδρών και υδραυλικές εγκαταστάσεις στο λουτρό), όταν η κατάσταση διατήρησης των λειψάνων το επιτρέπει.

4. Τα γυμνάσια στις πόλεις της Μικράς Ασίας

Λίγες είναι οι μαρτυρίες που διαθέτουμε για τα γυμνάσια των Κλασικών χρόνων στη Μικρά Ασία. Οι παλαιότερες αναφορές των γραπτών πηγών αφορούν ένα γυμνάσιο στην Έφεσο και μια παλαίστρα στους Αιζανούς των αρχών του 4ου αι. π.Χ. Γυμνάσια των κλασικών χρόνων αναφέρονται ακόμη για τις μικρασιατικές πόλεις Ιασσό και Μύλασα. Οικοδομικά λείψανα ωστόσο από τα πρώιμα αυτά γυμνάσια δεν έχουν ακόμη ταυτιστεί με βεβαιότητα.19

Αντίθετα, χάρη στις μαρτυρίες των γραπτών πηγών και των αρχαιολογικών ευρημάτων, διαθέτουμε πληροφορίες για τα γυμνάσια των περισσότερων πόλεων της Μικράς Ασίας κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους. Από τον 3ο αι. π.Χ. μάς σώζονται τα αρχιτεκτονικά λείψανα του Άνω Γυμνασίου στην Πριήνη. Στον αιώνα αυτό χτίστηκαν ακόμη γυμνάσια στη Μίλητο, την Τέω, τη Λαοδίκεια, την Άβυδο κ.α. Κάποιες φορές τα γυμνάσια λαμβάνουν τιμητικά το όνομα ενός ευεργέτη, ηγεμόνα ή άλλου εύπορου πολίτη που χρηματοδότησε την ίδρυσή του (ή προς τιμήν του οποίου η πόλη έχτισε το γυμνάσιο) ή άλλων μεγάλων ιστορικών προσώπων, όπως του Φιλίππου Β΄ ή του Ομήρου. Έτσι, στον 3ο αιώνα λειτουργούσε στην Ιασσό της Καρίας ένα Αντιόχειον, που πήρε το όνομά του από τον Αντίοχο Γ΄ (223-187 π.Χ.)20 και ένα Πτολεμαίον,21 ενώ στην Αλικαρνασσό ένα Φιλιππείον και μια παλαίστρα για μικρά παιδιά. Στη Σμύρνη ο Στράβων (ΧΙV, 446) αναφέρει ένα Ομηρείον.22

Στη Μίλητο χτίστηκε στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. με χρηματοδότηση κάποιου Ευδαίμονος ένα γυμνάσιο στην αγορά της πόλης,23 ενώ λίγες μόλις δεκαετίες αργότερα ο ηγεμόνας της Περγάμου Ευμένης Β΄ δώρισε στην ίδια πόλη δημητριακά και ξυλεία, προκειμένου να συγκεντρωθούν τα χρήματα για την κατασκευή ενός δεύτερου γυμνασίου.24 Ο ίδιος ηγεμόνας ίδρυσε στην πρωτεύουσα του βασιλείου του, την Πέργαμο, το μεγαλύτερο σε διαστάσεις και μεγαλοπρεπέστερο γνωστό μας ελληνιστικό γυμνάσιο, το ονομαζόμενο Άνω Γυμνάσιο, τα εντυπωσιακά λείψανα του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα σε καλή κατάσταση. Στα μέσα του αιώνα γνωρίζουμε ότι υπήρχε μια παλαίστρα στη Μαγνησία του Μαιάνδρου, ενώ στα τέλη του ίδιου αιώνα οικοδομήθηκε το λεγόμενο Κάτω Γυμνάσιο στην Πριήνη, τα λείψανα του οποίου αποκαλύφθηκαν σε καλή κατάσταση σωζόμενα στο νότιο άκρο της πόλης. Από το 2ο αι. π.Χ. σώζονται μαρτυρίες για την ύπαρξη γυμνασίων και σε άλλες πόλεις, όπως τις Αιγές, την Απάμεια, την Αφροδισιάδα, την Άσσο κ.ά. Πλήθος σχετικών αναφορών διαθέτουμε και από τον 1ο αι. π.Χ., από την Κνίδο, την Κύμη, την Κύζικο, τη Στρατονίκεια, την Ταρσό, τις Τράλλεις κ.ά.25

Από τους Πρώιμους Αυτοκρατορικούς χρόνους, γύρω στα μέσα του 1ου αι. μ.Χ., προστίθενται στα οικοδομήματα των ελληνιστικών γυμνασίων θέρμες (όπως συμβαίνει π.χ. στην Πέργαμο, την Έφεσο, τη Μίλητο, την Πριήνη) ή χτίζονται καινούργια γυμνάσια που διαθέτουν μεγάλες λουτρικές εγκαταστάσεις κατάλληλες για θερμά λουτρά (π.χ. το «Γυμνάσιο του Λιμανιού» στην Έφεσο κ.α.), προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις νέες συνήθειες που εισάγονται από τη Δύση. Τα κτήρια αυτά χαρακτηρίζονται στη σύγχρονη βιβλιογραφία ως λουτρά-γυμνάσια.

5. Αρχιτεκτονική μορφή και εξέλιξη του ελληνικού γυμνασίου

Η άσκηση των εφήβων στα διάφορα αγωνίσματα γινόταν αρχικά σε ανοικτούς χώρους συνήθως εκτός της πόλης. Στον 6ο αι. π.Χ. γνωρίζουμε ότι τα γυμνάσια των Αθηνών (Ακαδημία, Κυνόσαργες, Λύκειο) ήταν άλση, δεντροφυτεμένοι χώροι οριοθετημένοι με περίβολο, όπου υπήρχε ο δρόμος (διάδρομος για την άσκηση στο τρέξιμο), και ίσως διέθεταν κάποια βοηθητικά πρόχειρα κτίσματα. Οικοδομικά λείψανα αθλητικών εγκαταστάσεων, όπως τα περιγράψαμε παραπάνω, μας σώζονται μόλις από τον 4ο αι. π.Χ. από τον ελλαδικό χώρο (Δελφοί). Από το τέλος του ίδιου αιώνα το γυμνάσιο αναπτύχθηκε ως συγκρότημα αυτόνομων εγκαταστάσεων με ειδική λειτουργία. Αρχικό πυρήνα του συγκροτήματος αποτελούσε η παλαίστρα. Οι υπόλοιπες εγκαταστάσεις, όπως ο ξυστός και η παραδρομίς, χτίζονταν συνήθως σταδιακά γύρω από αυτή. Αυτός ο τρόπος ανάπτυξης των συγκροτημάτων των γυμνασίων των Κλασικών και Πρώιμων Ελληνιστικών χρόνων παρατηρείται αυτά τα χρόνια και στη σταδιακή ανάπτυξη των ιερών και των αγορών των πόλεων. Κατά το πέρασμα του 3ου αι. π.Χ. και κυρίως στο 2ο αι. π.Χ., η τάση για κανονικότητα και αρχικό, ενιαίο σχεδιασμό που εμφανίζεται σε μεγάλων διαστάσεων συγκροτήματα στην Ανατολική Ελλάδα, όπως τα ιερά (π.χ. της Κω, της Λίνδου ή της Αθηνάς Πολιάδoς στην Πέργαμο) και οι αγορές (π.χ. Βόρεια Αγορά και Νότια Αγορά της Μιλήτου), επηρεάζει και την εξέλιξη του γυμνασίου. Η τάση αυτή αποτυπώνεται στη σύνθεση όλων των απαραίτητων χώρων του γυμνασίου που κάποτε αποτελούσαν αυτόνομα τμήματα (παλαίστρα, ξυστός, παραδρομίς) σε ενιαίο αρχιτεκτονικό σχέδιο (π.χ. Κάτω Γυμνάσιο Πριήνης, Άνω Γυμνάσιο Περγάμου κ.ά.).26

Από τους Πρώιμους Αυτοκρατορικούς χρόνους προστίθενται στα παλαιότερα ελληνιστικά γυμνάσια εγκαταστάσεις θερμών λουτρών, κατά το παράδειγμα των θερμών της ρωμαϊκής πρωτεύουσας, ενώ τα καινούργια κτήρια που οικοδομήθηκαν σχεδιάστηκαν με βάση τις αρχές των ρωμαϊκών λουτρών της Δύσης.27

6. Διάκοσμος

Από τις γραπτές πηγές αλλά και από τα ευρήματα που έφεραν στο φως οι ανασκαφές γνωρίζουμε ότι γλυπτά έργα που απεικόνιζαν θεούς και θνητούς, έργα ζωγραφικής και διάφορα άλλα αναθήματα κοσμούσαν τις αίθουσες, τις στοές και τους ανοικτούς χώρους των γυμνασίων. Κατά κανόνα λατρεύονταν οι δύο προστάτες θεοί του γυμνασίου, ο εναγώνιος Ερμής και ο Ηρακλής, οι οποίοι ως προστάτες της σωματικής άσκησης και των αθλητικών αγώνων αποτελούσαν τα θεϊκά πρότυπα των εφήβων του γυμνασίου. Αθλητικά πρότυπα αποτελούσαν και τα αγάλματα των νικητών. Με τη ζωή του γυμνασίου συνδέονταν ακόμη οι τιμητικοί ανδριάντες των υπευθύνων της λειτουργίας του, όπως των γυμνασιαρχών ή των παιδοτριβών. Η παρουσία τιμητικών και αναθηματικών ανδριάντων γυμνασιαρχών, αλλά και ευεργετών της πόλης, καθώς και ηγεμόνων, αυξάνεται ιδίως από το τέλος του 2ου αι. π.Χ. και εξής. Τα αγάλματα τοποθετούνταν σε κεντρικές, εξέχουσες θέσεις, σε βάθρα ή μέσα σε ειδικά διαμορφωμένες κόγχες στις αίθουσες των γυμνασίων (συνήθως στα εξέδρια ή εφηβεία). Αγάλματα στήνονταν ακόμη στις στοές ή ανάμεσα στους κίονες του περιστυλίου. Τοποθετούνταν επίσης στα πρόπυλα ή τις εισόδους ή κοσμούσαν τις προσόψεις των γυμνασίων. Οι ερμαϊκές στήλες χρησιμοποιούνταν συχνά ως σήματα στις εισόδους των γυμνασίων ή στο σημείο εκκίνησης για το αγώνισμα του δρόμου στον ξυστό ή την παραδρομίδα.28

7. O θεσμός του αρχαίου ελληνικού γυμνασίου και η λειτουργία του

Τη διεύθυνση του γυμνασίου και της παλαίστρας είχε ο γυμνασίαρχος, άρχων υπεύθυνος για την επίβλεψη των νέων και των εφήβων που εκπαιδεύονταν σε αυτά.29 Το αξίωμα αυτό, διαδεδομένο ευρύτατα σε όλες τις πόλεις του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αποτελούσε δημόσιο λειτούργημα που απονέμονταν συνήθως στους πιο επιφανείς και πλούσιους πολίτες, καθώς απαιτούσε μεγάλες δαπάνες. Τη γενική εποπτεία των εφήβων αναλάμβανε δημόσιος άρχοντας, ο εφήβαρχος.30

Υπεύθυνος για τη σωματική και την αθλητική αγωγή των νέων ήταν ο παιδοτρίβης. Στην παλαίστρα οι νέοι εξασκούνταν στην πάλη, όπου αγωνίζονταν όρθιοι με γυμνά χέρια μέχρι να ρίξουν κάτω τον αντίπαλο τρεις φορές, στην πυγμή, κατά την οποία τύλιγαν τις πυγμές τους με απλούς ιμάντες από δέρμα βοδιού, που τους προφύλασσαν και επέτρεπαν ισχυρότερα χτυπήματα,31 και στο παγκράτιο, αγώνισμα που συνδύαζε την πάλη και την πυγμή. Στην αυλή της παλαίστρας θα πρέπει ακόμη να γινόταν η εκγύμναση στο άλμα, κατά το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες κρατούσαν αλτήρες. Συνδυασμό των βαρέων και των ελαφρών αθλημάτων αποτελούσε το πένταθλο, το οποίο περιλάμβανε το άλμα, το δρόμο, το ακόντιο, το δίσκο και την πάλη.

Στον ξυστό και, όταν οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, στην παραδρομίδα οι νέοι αγωνίζονταν στο δρόμο, αγώνισμα κατά το οποίο οι αθλητές έτρεχαν σε μία έκταση το μήκος της οποίας ορίστηκε στα 600 πόδια, δηλαδή σε 1 στάδιο. Από την απόσταση αυτή πήρε το όνομά της και η εγκατάσταση που απαιτούνταν για την τέλεση του αγωνίσματος του δρόμου, το στάδιο.

Tο γυμνάσιο αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της δημόσιας ζωής της ελληνικής πόλης. Ο θεσμός του γυμνασίου, άμεσα συνυφασμένος με την ανάπτυξη της ελληνικής πόλης,32 σκοπό είχε τη συγκρότηση του αγαθού πολίτη και του γενναίου πολεμιστή. Ως εκπαιδευτικά ιδρύματα δημόσιου χαρακτήρα τα γυμνάσια προορίζονταν αρχικά κυρίως για τη σωματική αγωγή και την άσκηση των αθλητικών δεξιοτήτων των νέων. Ήδη από τα τέλη του 5ου και κυρίως κατά τον 4ο αι. π.Χ. παρατηρήθηκε στα μεγάλα γυμνάσια της Αθήνας (Ακαδημία, Λύκειο, Κυνόσαργες) μια διαφοροποίηση στο κέντρο βάρους της γυμνασιακής εκπαίδευσης, όταν μετατράπηκαν παράλληλα σε κέντρα παροχής εγκυκλίου παιδείας και φιλοσοφικών μαθημάτων: Οι δύο από τις νεοϊδρυθείσες φιλοσοφικές σχολές του 4ου αι. π.Χ., η Ακαδημία του Πλάτωνα και η Περιπατητική Σχολή του Αριστοτέλη και του Θεοφράστου, εγκαταστάθηκαν στα μεγάλα γυμνάσια της πόλης, την Ακαδημία και το Λύκειο αντίστοιχα. Κατά το πρότυπο των γυμνασίων της Αττικής διαμορφώθηκε στους Ελληνιστικούς χρόνους η λειτουργία των γυμνασίων και του υπόλοιπου ελληνικού κόσμου.33

Η νέα εκπαιδευτική αποστολή του γυμνασίου φαίνεται ότι προκάλεσε ή τουλάχιστον συμβάδισε με μια τοπογραφική αλλαγή της θέσης του, το οποίο από το τέλος του 4ου αι. π.Χ. μεταφέρθηκε από τα προάστια ή την περιφέρεια της πόλης –όπου συνηθίζονταν να χτίζονται τα γυμνάσια των Κλασικών χρόνων– στο κέντρο της, συχνά δίπλα στην αγορά.34 H ποικιλομορφία στην εκπαιδευτική λειτουργία αποτυπώνεται παράλληλα στην αρχιτεκτονική του μορφή: χώροι αθλητικών ασκήσεων συνυπάρχουν με αίθουσες διδασκαλίας και συγκεντρώσεων (τα εξέδρια ή εφηβεία), στοές, περιπάτους και βιβλιοθήκες. Έτσι, το γυμνάσιο εξελίχθηκε στους Ελληνιστικούς χρόνους σε σημαντικό κέντρο της κοινωνικής ζωής της πόλης, χώρο συνάθροισης των πολιτών και τέλεσης συμποσίων και εορτών, ενώ ιδιαίτερα τα γυμνάσια της Ανατολής και της Αιγύπτου αποτέλεσαν ταυτόχρονα πυρήνες του ελληνικού πολιτισμού.35 Κατά τους Αυτοκρατορικούς χρόνους το γυμνάσιο εξακολούθησε να αποτελεί το σημαντικότερο κέντρο εκπαίδευσης.

1. Οι στόχοι της μελέτης του αρχαίου ελληνικού γυμνασίου διαμορφώνονται μέχρι σήμερα σε δύο κεντρικούς άξονες, τους οποίους αποτελούν αφενός η λειτουργία του γυμνασίου ως θεσμού και αφετέρου η αρχιτεκτονική μορφή και η εξέλιξή της. Όσον αφορά την αρχιτεκτονική των γυμνασίων, βασική παραμένει η μονογραφία του Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), με κριτική από τον Riemann, H. στο Gnomon 35 (1963), σελ. 383-392. Μια σειρά εξειδικευμένων άρθρων αντιμετωπίζουν προβλήματα σχετικά με την κατανόηση αρχαίων αρχιτεκτονικών όρων που αφορούν το γυμνάσιο και μας παραδίδουν οι γραπτές πηγές. Αναφέρουμε ενδεικτικά αυτά των Roux, G., “A propos des Gymnases de Delphes et de Délos”, BCH 104 (1980), σελ. 127-149 και Glass, S.L., “The Greek gymnasium, some problems”, στο Raschke, W.J. (επιμ.), The archaeology of the Olympics, Los Angeles 1984 (Los Angeles 1988), σελ. 155-173, ενώ ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία του συζητήθηκαν στην ειδική για το ελληνιστικό γυμνάσιο επιστημονική συνάντηση που διοργανώθηκε στη Φρανκφούρτη το 2004 [Kah, D. – Scholz, P. (επιμ.), Das hellenistische Gymnasion (Frankfurt 2004)]. Από μια μεγάλη σειρά μελετών σχετικά με το θεσμό και τη λειτουργία του γυμνασίου στον ελληνικό κόσμο αναφέρουμε ακόμη το σημαντικό έργο της Nilsson, M., Die hellenistische Schule (München 1955), και το πιο πρόσφατο άρθρο του Gauthier, Ph., “Notes sur le rôle du gymnase dans les cités hellénistiques”, στο Wörrle, M. – Zanker, P. (επιμ.), Standbild und rgerbild im Hellenismus. Kolloquium, nchen 24. bis 26. Juni 1993 (München 1995), σελ. 1-12, όπου βρίσκεται συγκεντρωμένη και η παλαιότερη βιβλιογραφία. Συγκεκριμένα, για τα γυμνάσια της Μικράς Ασίας σημαντική θέση στην ιστορία της έρευνας κατέχουν οι δημοσιεύσεις των ίδιων των κτηρίων, κυρίως της Περγάμου, της Πριήνης, της Εφέσου και της Μιλήτου.

2. Στις αρχαίες πηγές διαπιστώνεται διάκριση μεταξύ των όρων γυμνάσιον και παλαίστρα, χωρίς όμως να διευκρινίζεται ο χαρακτήρας αυτού του διαχωρισμού. Για αρκετά χρόνια η έρευνα κατανόησε τη διάκριση των δύο όρων με βάση τρεις μεταξύ τους διαφορές: α) το γυμνάσιο αποτελούσε ίδρυμα δημόσιου χαρακτήρα σε αντίθεση με τον ιδιωτικό της παλαίστρας, β) το γυμνάσιο προοριζόταν για τους «νέους», ενώ η παλαίστρα για τους «παίδες» και γ) το γυμνάσιο περιλάμβανε απαραίτητα το οικοδόμημα της παλαίστρας, ενώ η παλαίστρα ήταν δυνατό να αποτελεί και ανεξάρτητο αρχιτεκτόνημα. Τις σχετικές αρχαίες μαρτυρίες και τις νεότερες απόψεις πάνω στο ζήτημα αυτό συγκέντρωσε τελευταίος ο Glass, S.L., “The Greek gymnasium, some problems”, στο Raschke, W.J. (επιμ.), The archaeology of the Olympics, Los Angeles 1984 (Los Angeles 1988), σελ. 162 κ.ε. Πρβλ. Glass, S.L., Palaistra and Gymnasium in Greek Architecture (Αnn Arbor 1981), σελ. 69 κ.ε., ο οποίος έδειξε ότι τα δύο πρώτα κριτήρια ισχύουν μόνο κατά περίπτωση και δεν έχουν καθολικό χαρακτήρα, ενώ η διάκριση αφορά μάλλον την αρχιτεκτονική μορφή, η οποία υπαγορεύθηκε από μια αρχική διαφορετική λειτουργία (απ’ όπου άλλωστε προέρχεται και η ετυμολογία του κάθε όρου, γυμνάσιον> γυμνάζω, παλαίστρα> παλαίω· βλ. σχετικά Ισίδωρος, Etym. 8.6.17, 15.2.30 και 18.23-24). Διαπιστώνεται λοιπόν – τουλάχιστον όσον αφορά την ετυμολογία των όρων και την αρχική χρήση των αντίστοιχων εγκαταστάσεων– μια γενικότερη λειτουργία του γυμνασίου σε αντίθεση με μια πιο συγκεκριμένη της παλαίστρας.

3. Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 296.

4. Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 301.

5. Με το ελαιοθέσιον συνδέεται και ο ψυκτήριος οίκος, του οποίου η ακριβής χρήση παραμένει άγνωστη. Για τον όρο βλ. Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 304· Ginouvès, R., Dictionnaire Méthodique de l’architecture greque et romaine, τόμ. 3, Espaces architecturaux, bâtiments et ensembles (Roma 1998), σελ.127 κ.ε., λ.“élaiothésium”.

6. Το κονιστήριον ταυτίζεται πιθανότατα με την κονίστρα, όρος που επίσης μας παραδίδεται από τις αρχαίες πηγές σε σχέση με το γυμνάσιο, βλ. Ginouvès, R., Dictionnaire Méthodique de l’ architecture greque et romaine, τόμ. 3, Espaces architecturaux, bâtiments et ensembles (Roma 1998), σελ. 128, λ. “konistérion”.

7. Το λουτρό αποτελούσε ένα χώρο απαραίτητο για τη λειτουργία του ελληνικού γυμνασίου. Στο ελληνικό λουτρό το νερό δε θερμαινόταν, όπως αργότερα συνέβαινε στις ρωμαϊκές θέρμες. Σε πολύ καλή κατάσταση, με τμήμα του εξοπλισμού του, διατηρείται το λουτρό στο Κάτω Γυμνάσιο της Πριήνης, όπου μπορεί κανείς να μελετήσει το σύστημα ύδρευσης. Λείψανα από δωμάτια λουτρού σώζονται ακόμη στην Πέργαμο και από τον ελλαδικό χώρο στους Δελφούς, την Ολυμπία, τη Δήλο, την Ερέτρια, την Αμφίπολη κ.α. Για τη λειτουργία και τη σημασία του λουτρού στον αρχαίο κόσμο βλ. Weber, M., Antike Badekultur (München 1996).

8. Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain), (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 280 κ.ε.

9. Delorme, J., “Sphairistèrion et Gymnase à Delphes, à Délos et ailleurs (des origines à l’Empire romain)”, ΒCH 106 (1982), σελ. 53-73.

10. Roux, G., “Á propos des Gymnases de Delphes et de Délos. Le site du Damatrion de Delphes et le sens du mot sphairisteria”, BCH 104 (1980), σελ. 127-149.

11. Παυσανίας 6.23.1-2· Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 71.

12. Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 292.

13. Αναλυτικά για την προέλευση και την κατανόηση των όρων εξέδριον και εφηβείον βλ. Nilsson, M., Die hellenistische Schule (München 1955), σελ. 30, 32· Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain), (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 325-329· Ginouvès, R., Dictionnaire Méthodique de l’architecture greque et romaine, τόμ. 3, Espaces architecturaux, bâtiments et ensembles (Roma 1998), σελ. 127, στο λ. “éphébeion”. Βλ. επίσης Hesberg, H. von, “Das griechische Gymnasion im 2. Jh. v. Chr.”, στο Wörrle, M. – Zanker, P. (επιμ.), Standbild und Bürgerbild im Hellenismus. Kolloquium, München 24. bis 26. Juni 1993 (München 1995), σελ. 19 κ.ε.

14. Συγκεκριμένα, για τις πόλεις της Μικράς Ασίας γνωρίζουμε από τις επιγραφές που μας σώζονται ότι βιβλιοθήκες λειτουργούσαν στο γυμνάσιο της Περγάμου, της Σμύρνης και της Αλικαρνασσού. Για τις βιβλιοθήκες σε γυμνάσια βλ. Nilsson, M., Die hellenistische Schule (München 1955), σελ. 49 κ.ε.· Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 331 κ.ε.· Höpfner, W. (επιμ.), Αntike Bibliotheken (Mainz am Rhein 2002).

15. Ο όρος συναντάται για πρώτη φορά τον 4ο αι. π.Χ. Ξυστοί έχουν αποκαλυφθεί στα γυμνάσια της Πριήνης και της Περγάμου, καθώς και σε αυτά των Δελφών, της Ολυμπίας, της Κω, της Νεμέας, της Δήλου, της Αμφίπολης κ.α., βλ. Gieré, Α., Hippodromos und Xystus (Zürich 1986).

16. Ο όρος παραδρομίς δε συναντάται συχνά. Η παλαιότερη μαρτυρία προέρχεται από τους Δελφούς και χρονολογείται τον 3ο αι. π.Χ., βλ. Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 288. Παραδρομίδες που σώζουν και ίχνη του μηχανισμού της άφεσης έχουν αναγνωριστεί στους Δελφούς και την Αμφίπολη.

17. Όπως συνέβη, για παράδειγμα, στο λεγόμενο Άνω Γυμνάσιο στην Πέργαμο.

18. Σχόλιο Αισχίνη, Κατά Τιμάρχου 1.10.

19. Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 88 κ.ε.

20. SEG XLV, σελ. 1517.

21. Filimonos, Μ. – Kontorini, V., “Ένα νέο Γυμνάσιο στη Ρόδο και η μαρτυρία του Διοδώρου ΧΧ.100, 3-4”, AntCl 58 (1989), σελ. 152, σημ. 86.

22. Επρόκειτο για ένα περίστυλο κτήριο, το οποίο περιλάμβανε ίσως και μια βιβλιοθήκη βλ. Delorme, J., Gymnasion 134· Höpfner, W., “Pergamon, Rhodos, Nysa, Athen. Bibliotheken in Gymnasien und anderen Lehr-und Forschungsstätten”, στο Höpfner, W. (επιμ.), Αntike Bibliotheken (Mainz am Rhein 2002), σελ. 67, σημ. 6.

23. Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 126 κ.ε., εικ. 31· Kleiner, G., Die Ruinen von Milet (Berlin 1968), σελ. 89 κ.ε.· Yegül, F., Baths and Bathing in Classical Antiquity (New York 1992) εικ. 301.

24. Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 126 κ.ε.· Kleiner, G., Die Ruinen von Milet (Berlin 1968), σελ. 89 κ.ε. Τμήμα του άσκαφτου ακόμη αυτού γυμνασίου αποκαλύφθηκε πρόσφατα ανάμεσα στη δυτική Αγορά και το Στάδιο.

25. Συγκεντρωμένες οι μαρτυρίες για τα γυμνάσια των Κλασικών και των Ελληνιστικών χρόνων στη Μικρά Ασία βρίσκονται στο Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (BEFAR 196, Paris 1960).

26. Αναλυτικά για την εξέλιξη που παρουσιάζει κατά το πέρασμα των αιώνων η αρχιτεκτονική μορφή των γυμνασίων βλ. Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 374 κ.ε.· Hesberg, H. von, “Das griechische Gymnasion im 2. Jh. v. Chr.”, στο Wörrle, M. – Zanker, P. (επιμ.), Standbild und Bürgerbild im Hellenismus. Kolloquium, München 24. bis 26. Juni 1993 (München 1995), σελ. 13-28.

27. Τα κτήρια αυτά χαρακτηρίζονται στη βιβλιογραφία ως λουτρά-γυμνάσια.

28. Για το γλυπτό διάκοσμο στα γυμνάσια βλ. Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 362 κ.ε.· Hoff, R. von den, “Ornamenta γυμνασιώδη? Delos und Pergamon als Beispielfälle der Skulpturenausstattung hellenistischer Gymnasien”, στο Kah, D. – Scholz, P. (επιμ.), Das hellenistische Gymnasion (Frankfurt 2004), σελ. 373-405.

29. Στο γυμνάσιο ασκούνταν και εκπαιδεύονταν η νεολαία της πόλης. Στην Αρχαιότητα διακρίνονταν 3 κατηγορίες ηλικιών: οι παίδες, οι έφηβοι και οι νέοι. Τα όρια της ηλικίας που ορίζουν οι αρχαίοι «παις», «έφηβος» και «νέος» ποικίλλουν ανάλογα με την πόλη και την εποχή Glass, S.L., “The Greek gymnasium, some problems”, στο Raschke, W.J. (επιμ.), The archaeology of the Olympics, Los Angeles 1984 (Los Angeles 1988), σελ. 163, σημ. 69· Gauthier, Ph., “Bienfaiteurs du Gymnase au Letoon de Xanthos”, REG 109 (1996), σελ. 1. Παλαίστρα ειδική για την άσκηση των παίδων υπήρχε ήδη από τον 3ο αι. π.Χ. στην Αλικαρνασσό. Γνωρίζουμε ότι το γυμνάσιο που ιδρύθηκε με έξοδα του Ευδαίμονος στη Μίλητο στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. (200/199 π.Χ.) προοριζόταν για τα μικρά παιδιά. Στην Πριήνη έχει υποστηριχτεί ότι στο Άνω Γυμνάσιο γινόταν η διδασκαλία των εφήβων, ενώ στο Κάτω Γυμνάσιο των νέων. Παρόμοια υπάρχει η άποψη ότι τα τρία άνδηρα του Άνω Γυμνασίου στην Πέργαμο προορίζονταν αντίστοιχα το κατώτερο για τους παίδες, το μεσαίο για τους εφήβους και το ανώτερο για τους νέους. Δεν αποκλείεται βέβαια οι παίδες και οι έφηβοι να χρησιμοποιούσαν ταυτόχρονα και χώρους του άνω ανδήρου. Αναλυτικά για το θέμα βλ. Glass, S.L., Palaistra and gymnasium in greek architecture (Diss. Univ. of Pennsylvania 1967, 1981) σελ. 174.

30. Ο θεσμός της εφηβείας έλαβε νομική υπόσταση στην αθηναϊκή πολιτεία με τον «Περί των εφήβων» νόμο το 334/333 π.Χ. Το αξίωμα του εφηβάρχου συναντάται και παλαιότερα, ωστόσο φαίνεται πως ευρύτερη διάδοση είχε κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους.

31. Για τον εξοπλισμό των πυγμάχων μάς πληροφορεί ο Φιλόστρατος, Γυμναστικός 9-16.

32. Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 9 κ.ε.· Gauthier, Ph., “Notes sur le rôle du gymnase dans les cités hellénistiques”, στο Wörrle, M. – Zanker, P. (επιμ.), Stadtbild und Bürgerbild im Hellenismus. Kolloquium, München 24. bis 26. Juni 1993 (München 1995), σελ. 1.

33. Για τη λειτουργία του θεσμού του γυμνασίου και πώς αυτή φαίνεται ότι διαμορφώνεται διαχρονικά, αλλά και διαφοροποιείται από πόλη σε πόλη βλ. κυρίως Robert, L., REA 62 (1960), σελ. 296-298. Η παράδοση θεωρητικών μαθημάτων μαρτυράται επιγραφικά σε περισσότερα γυμνάσια, όπως λ.χ. αυτά των Δελφών, της Περγάμου και της Πριήνης βλ. Gauthier, Ph., “Notes sur le rôle du gymnase dans les cités hellénistiques”, στο Wörrle, M. – Zanker, P. (επιμ.), Stadtbild und rgerbild im Hellenismus. Kolloquium, München 24. bis 26. Juni 1993 (München 1995), σελ. 5, σημ. 31 κ.ά.

34. Delorme, J., Gymnasion. Étude sur les monuments consacrés à l’éducation en Grèce (des origines à l’ Empire romain) (BEFAR 196, Paris 1960), σελ. 144 κ.ε.· Hesberg, H. von, “Das griechische Gymnasion im 2. Jh. v. Chr.”, στο Wörrle, M. – Zanker, P. (επιμ.), Standbild und Bürgerbild im Hellenismus. Kolloquium, München 24. bis 26. Juni 1993 (München 1995), σελ. 14 κ.ε.

35. Σχετικά με την οργάνωση και τη σημασία των τοπικών εορτών και το ρόλο του νικητή στις ελληνικές κοινωνίες των ανατολικών επαρχιών κατά τους Πρώιμους κυρίως Αυτοκρατορικούς χρόνους βλ. Nijf, O. Van, “Local heroes: athletics, festivals and elite self-fashioning in the Roman East”, στο Goldhill, S. (επιμ.), Being Greek under Rome (Cambridge 2001), σελ. 306-334.

     
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>